Θρύλοι: Ο Λυράρης

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Στου Ομαλού το οροπέδιο και της Σαμαριάς το φαράγγι αποθαυμάζουνε κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες, δικοί μας και ξένοι.
Μα πέρα απ' αυτά, στα 39 χιλιόμετρα της διαδρομής από τα Χανιά ίσαμε το Ξυλόσκαλο είναι τόσες οι εναλλαγές του τοπίου και τόσα τα αξιοθέατα, που δεν ξέρει κανείς ποιο να πρωτοθαυμάσει. Και πρώτα ο κάμπος της Αγιας με τις φυλακές, που υπήρξαν το «Χαϊδάρι της Κρήτης» στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής. Ύστερα η γέφυρα του Κερίτη με το μνημείο των 118 μαρτύρων. Στη συνέχεια, οι μαγευτικοί πορτοκαλεώνες και το χωρίο Φουρνές.

liraris

Από τα ριζώματα η θέα κάτω είναι μαγευτική. Μετά το λεβεντοχώρι, τους Λάκκους, ακολουθεί η αγριάδα της Μαδάρας. Ασυναίσθητα, έρχεται στα χείλη το τραγούδι «Ποτές θα κάμει ξαστεριά, ποτές θα φλεβαρίσει...».

Ο δρόμος, όλο στροφές, φέρνει στα μάτια καινούριες εντυπώσεις. Το τοπίο γίνεται αγριότερο. Να οι Φώκιες, να του Βέργερη ο Λάκκος και, τέλος, στο γύρισμα του δρόμου, παρουσιάζεται ο κάμπος του Ομαλού.

Άμα βρεθείς εκεί, θα σταματήσεις. Κοιτάζεις γύρω. Η φοβερή αγριάδα, η άγρια ομορφιά των βουνών σε συνεπαίρνει. Ο Γκίγκιλος, οι Πάχνες, τσ' Αγκαθωπής το πλάικαι οι άλλες κορφές σε ζώνουν σαν τιτανικό τείχος και σε κάνουν να νιώθεις δέος.

Που και που ξεχωρίζεις κανένα δέντρο, ολομόναχο, σκεθρωμένο απ' τον άνεμο μα ζωντανό κι απροσκύνητο. Κι είναι η ζωή του μια παράφορη πρόκληση μέσα σε τούτη την αλλοφροσύνη της δημιουργίας που σε γεμίζει θαυμασμό. Ψηλά ο ουρανός αραδιάζει τον κόσμο του και κάνει εντονότερη την παρουσία του. Πολλές φορές φοβερίζει σε ώρες αναπάντεχες. Μέσα σε τούτη τη μεγαλόπρεπη και τραχιά κορνίζα αναπαύεται ήρεμη η γης του Ομαλού.

Ξανακοιτάζεις γύρω. Τα βλέπεις όλα. Το βλέμμα σου τ' αγκαλιάζει με λαχτάρα. Καλοτυχίζεις τον εαυτό σου που έκαμε τούτη την ανάβαση. Ύστερα, συνεχίζεις, για να βρεθείς σε λίγο στ' οροπέδιο.

Εδώ πολλά μπορείς να δεις και να θαυμάσεις: Τον πύργο του Χατζη-Μιχάλη Γιάνναρη, την εκκλησιά του Άι-Παντελεήμονα, τα σπιτάκια των βοσκών, το Ξυλόσκαλο, τις σπηλιές... Όλα τούτα είναι δεμένα με το θρύλο και την ιστορία...

Παρατηρώντας τα, σίγουρο είναι πως δε θα δεις τα στοιχειά και τα πνεύματα. Αν όμως είσαι τυχερός, μπορεί να συναντήσεις εκεί κοντά κάποιο γέρο που να σου ιστορήσει αυτά που δε βλέπουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Και πρώτ' απ' όλα για το νεραϊδοπαρμένο λυράρη:

Σε τούτα, λέει, τα θεόχτιστα μέρη, στον Ομαλό, στη Μαδάρα, στο Φάραγγα, ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένας βοσκός. Ήταν λεβεντονιός, διαλεχτό παλικάρι κι έπαιζε λύρα που μάραινε καρδιές. Κανείς δεν τον ήξερε με τ' όνομα του. Λυράρη τον φώναζαν και λυράρης έμεινε. Καθόταν πάνω στους βράχους, στη σκιά των δέντρων, κοντά σε νεροπηγές ή σε σπηλιές που βρίσκονταν τριγύρω κι έπαιζε... Έπαιζε είναι μια κουβέντα, γιατί, αυτό που έβγαιν' απ' τη λύρα του δεν ήταν παίξιμο• ήταν ουράνια μελωδία...

Ένα καλοκαίρι τον άκουσαν μερικοί και ξεστάθηκαν. Κι από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε πως ο λυράρης που όμοιος του δεν είχε γεννηθεί σ' όλη την Κρήτη, παράβγαινε, στον Ομαλό, με τον αγέρα και με τα πουλιά, στο παίξιμο. Σιγά σιγά αρχίνησαν κι ανέβαιναν, νέοι και γέροι, ν' ακούσουν τη φωνή της λύρας που ιστορούσε της καρδιάς τα βάσανα, που έλεγε τις ομορφιές του κόσμου.

Κάποτε ο λυράρης χάθηκε. Έτσι εντελώς ξαφνικά, χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν. Τον αναζήτησαν παντού, μα δε βρέθηκε πουθενά. Μήνες και χρόνια πήρε η αναζήτηση μα... πού λυράρης! Στο τέλος τον τύλιξε μαζί με τη λύρα του ο θρύλος...

Μια νύχτα, λέει, μια αφέγγαρη νύχτα, Οκτώβρης ήσαν, Νοέμβρης ήταν, ποιος μπορεί να μας το βεβαιώσει, ο Βοριάς είχε ξεπορτίσει και χιμούσε κατά το φαράγγι μουγκρίζοντας, ο ουρανός βογκούσε απειλητικός, η βροχή έδερνε μανιασμένη τους ασφεντάμους και τα κυπαρίσσια κι οι χείμαρροι κινούσανε να πνίξουνε τη γης. Κείνη τη νύχτα ο λυράρης βρέθηκε στην αρχή του Ομαλίτικου κάμπου και, για να μη βραχεί η λύρα του, μπήκε στο σπήλιο του Τζανή. Αμέσως, μια ζεστασιά παράξενη τον τύλιξε. Κάτι σαν οπτασία τον συνεπή ρε. Μικρές λιμνούλες με νερό υπήρχαν στη σπηλιά και μέσ' απ' το νερό ανάβλυζαν γυναίκες πανύψηλες και λυγερές, με κορμί σαν το κρινόφυλλο και με πρόσωπο σαν το φεγγάρι τ' ολόγιομο. Τα ξανθά μαλλιά τους έπεφταν ποταμός από χρυσάφι ίσαμε τα γόνατα και φορούσαν του κόσμου τα στολίδια.

Ξαφνικά άρχισαν να χορεύουν. Μα τι χορός ήταν αυτός, τι ομορφιά, τι μεγαλείο, τι πλαστικότητα... αέρας ήταν, πνοή, σαν το πούπουλο στον άνεμο, σαν τον ατμό στον ήλιο... δε χόρευαν πετούσαν! Κι ο λυράρης, χωρίς να ξέρει πως και γιατί, έπιασε τη λύρα και δίχως να λογαριάζει που βρισκόταν, άρχισε κι έπαιζε, συνοδεύοντας το χορό. Οι ώρες περνούσαν, ο χορός συνεχιζόταν κι ο λυράρης ξετρελαμένος απ' τις νεράιδες - γιατί νεράιδες ήταν - σαν να μη βρισκόταν στη γη, έπαιζε κι έπαιζε κι έπαιζε... Ύστερα τις ακολούθησε, παραλογισμένος και χάθηκε μαζί τους...

Από τότε δεν ξαναφάνηκε στο φως του ήλιου. Μονάχα τις αφέγγαρες νύχτες ξανάρχεται με τις νεράιδες στον Ομαλό, στο Σπήλιο του Τζανή και συνοδεύει το χορό τους. Παίζει και ξαναπαίζει με τη λύρα του λυπητερούς σκοπούς, χωρίς να κουράζεται, χωρίς να σταματά, χωρίς να παίρνει ανάσα. Οι κορφές, τα γκρεμνά και τα λαγκάδια παίρνουν κι αχολογούν το μαγικό σκοπό του σ' όλη τη γύρω πλάση...

Κάποτε τον άκουσε ένας νιος πού' χε μεράκι με τη λύρα και ξετρελάθηκε. Κι αποφάσισε να πάει κοντά του και να μάθει. Μια γρια τον ορμήνεψε να κάμει έναν κύκλο μ' ένα σταυρό στη μέση κι εκεί να κάτσει, για να μην τον πειράξουν οι ξωτικές. Έτσι έκαμε. Πήρε τη λύρα του και πήγε στο σπήλιο. Κάθισε στον κύκλο με το σταυρό και περίμενε υπομονετικά. Κάποια ώρα φάνηκε ο νεραϊδοπαρμένος λυράρης κι αρχίνησε να παίζει ενώ γύρω του οι νεράιδες χόρευαν. Οι ώρες κυλούσαν, η μια ύστερ' από την άλλη κι ο χορός δεν έλεγε να σκολάσει. Μονάχα σαν άρχισαν να λαλούν οι πετεινοί, χάθηκαν όλα κι έμεινεν ολομόναχος ο νιος. Τότε έπιασε ασυναίσθητα το δοξάρι κι έπαιξε. Ο ήχος που βγήκε απ' τη λύρα του, μούδιασε το κορμί του. Χωρίς να ξέρει πως, έπαιζε όπως εκείνος που πριν μάγευε τις νεράιδες... τέλεια...

Απ' αυτόν μαθεύτηκε το μυστικό. Αυτός το μολόγησε. Κι ορμήνευε σ' εκείνους που παρακαλεστικά τον πίεζαν να τους διδάξει, πώς έπρεπε ν' ακούσουν το νεραϊδοπαρμένο λυράρη. Όσων η καρδιά το 'λεγε, πήγαιναν και τον άκουγαν. Και γίνονταν όμοιοι μ'εκείνον...

Αυτοί υπήρξαν οι μεγάλοι, οι γνήσιοι λυράρηδες της Κρήτης. Αυτοί που έκαμαν τον πόνο μας τραγούδι και τη χαρά μας τρανό ουρανολάλημα. Για ένα τέτοιο μεγάλο λυράρη έγραψε ο Κωστής Φραγκούλης το παρακάτω τραγούδι: «Σ' ενούς λυράρη την αυλή κονάκι κάνει ο χάρος και προσηκώθη ο λυρατζής παλιό κρασί να φέρει και ξεκρεμά τη λύρα ντον, γλυκύ σκοπό να παίξει.

— 'Αφησ' το δίσκο, λυρατζή, κι απόθεσε τη λύρα, ΰτέρεψε το δοξάρι σου, στον τοίχο κρέμασε το, και πιάσε να χαζιρευτείς, τα σκολινά σου βάλε, γιατί σε παίρνω σύναυγα και πας στον Κάτω κόσμο.

— Χάρε, α θέλεις άφησ' με τη λύρα μου να πάρω, άπου μιλιούνε οι κόρδες τση και κλαίει ο καβαλάρης και τα γερακοκούδουνα του δοξαριού δηγούνται, τ' Απάνω κόσμου τα καλά, τση νιότης τα τσαλίμια, τω γυναικώ την ομορφιά και των αντρώς την πράξη.

— Δε στην αφήνω, ζάβαλε, κάλλια χω να τη σπάσεις, γιατί με το δοξάρι σου, σηκώνεις ποθαμένους και δ' αρχινήξεις κοντυλιές να ταραχίσεις τσ άντρες, να ξεμυαλίσεις κοπελιές, να ξετρουμίσεις γέρους και δα πλανέψεις τα μωρά, να κλαίνε για κανάκια. Και δα μισήσουν τα κελιά του -ν- Άδη τα καστέλλια, κι όλοι δα θένε να 'ρθουνε στον κόσμο τον Απάνω, πού' χετε σκόλη κάθα οχτώ και κάθε τρεις σεΐρι και πάσ' αργά ξεφάντωση και ζεύκι κι αρρεβώνες».

Στα χώματα της Κρήτης φάνηκαν όχι ένας, μα πολλοί, πάρα πολλοί που έκαμαν τον πόνο μας τραγούδι και τη χαρά μας τιβιανό ουρανολάλημα. Και σήμερα μπορεί να υπάρχουν.

Άμα βρεθείτε σε πανηγύρι, σε γάμο ή σ' όποια άλλη χαρά κι ακούσετε τη λύρα ν' αναστενάζει στα χέρια του οργανοπαίχτη, να θυμηθείτε το σπήλιο του Τζανή στον Ομαλό και το λυράρη το νεραϊδοπαρμένο.

πηγή: Βιβλίο "Θρύλοι και Παραδόσεις"

Διαβάστηκε 634 φορές