Ελευθέριος Βενιζέλος: Τα Παιδικά Χρόνια

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Ήταν μόλις ένα δεκάχρονο αγόρι ο Βενιζέλος όταν επέστρεψε στις Μουρνιές. Ο μικρός Χανιώτης γρήγορα επιβάλλεται στα χωριατόπαιδα της ηλικίας του. Οργανώνει ένα μικρό στρατό και γίνεται αρχηγός τους. Oι μεγάλοι τους παρακολουθούν με συγκατάβαση. Μα όταν ο μικρός αρχηγός υποχρέωσε τους στρατιώτες του να σκαρφαλώσουν στην κορυφή ενός πανύψηλου πλατάνου, επεμβαίνουν.

«Τουτοσές ο χανιώτικος διάβολος, θα μασέ σκοτώσει τα κοπέλλια... », φωνάζουν αγανακτισμένοι. Και στους μικρούς διαβόλους: «... πίσω στα σπίτια σας...».

«Επάνω... στην κορφή...», προστάζει πεισματωμένος ο Λευτεράκης.

Τα χωριατόπουλα διστάζουν, κοντοστέκονται... και τέλος το βάζουν στα πόδια.

Θυμώνει ο μικρός αρχηγός, γιομάτο περιφρόνηση το βλέμμα του για τους κιοτήδες. Σφίγγει τα δόντια και ψιθυρίζει πεισματωμένα:

«Φύγετε σεις... εγώ θ’ ανέβω μόνος!».

Μόνος. Είναι η πρώτη φορά που θα γευθεί την πίκρα μα και το άγριο μεγαλείο της μοναξιάς - του πιο πιστού συντρόφου του σ’ όλη του τη ζωή.

Το επόμενο καλοκαίρι επιστρέφει στις Μουρνιές. Οι παλιοί φίλοι του, μεγαλωμένοι πια, είναι πιο πρόθυμοι να τον ακολουθήσουν στα τολμηρά του παιγνίδια. Μα τώρα ο Λευτεράκης έχει ανακαλύψει μια καινούργια απόλαυση, τα βιβλία. Και τα τολμηρά παιχνιδίσματα της αστείρευτης φαντασίας του. Δεν συναναστρέφεται τους περυσινούς φίλους του. Μ’ ένα βιβλίο στη μασχάλη ξεμοναχιάζεται στο δάσος. Και στην απομόνωση ανακαλύπτει τον κόσμο, δημιουργεί με την αστείρευτη φαντασία του - είναι για μια ακόμη φορά μόνος.

elspΤο πατρικό σπίτι του Ελευθερίου Βενιζέλου στο χωριό Μουρνιές, στους πρόποδες των Λευκών Ορέων, λίγο έξω από τα Χανιά.

Ο εθισμός του Βενιζέλου στη μοναξιά στάθηκε αποφασιστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, στην αντιμετώπιση κρισίμων στιγμών. Ξεχωρίζει από το κοπάδι. Δεν τον τρομάζει. Του δίνει μια άγρια χαρά η σκέψη πως είναι μόνος. Τότε, μόνο τότε, είναι βέβαιος πως προχωρεί μπροστά από τους άλλους.

Ήταν μόλις δυο χρονών παιδί ο Λευτέρης Βενιζέλος, όταν έφθασε μαζί με την οικογένειά του στη Σύρο, σαν προσφυγόπουλο. Από εκεί στην εξορία, νοιώθει για πρώτη φορά τον εαυτό του και τον κόσμο. Είναι δύσκολο να πει κανείς τι συνέβη στην ψυχή του μικρού παιδιού την εποχή εκείνη. Βέβαιο είναι ότι με την μεγάλη ευαισθησία του συλλαμβάνει όσα δεν μπορεί να συλλάβει με το παιδικό μυαλό του. Η εξορία, oι ταλαιπωρίες της οικογένειάς του, η τραγωδία της Κρήτης αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στην τρυφερή ψυχή του. Μεγάλα, βασανιστικά τα ερωτήματα: γιατί να υπάρχουν δούλοι και αφεντάδες; Γιατί να μην είναι όλοι οι άνθρωποι ελεύθεροι; Δεν ερωτά τους μεγάλους. Παρακολουθεί τις κουβέντες τους, μαθαίνει τις ανησυχίες τους, αλλά πασχίζει μόνος να δώσει την απάντηση στα ερωτήματα που τον βασανiζουν. Κι όταν, κάποτε, ακούει τον πατέρα του να μιλά με φίλους του για τον ρωσοτουρκικό πόλεμο και για τις ευκαιρίες που δίνονταν να κερδίσει η Ελλάδα περισσότερα προνόμια για τους σκλαβωμένους Έλληνες, δε βαστιέται:

«Δεν αρκούν τα προνόμια, λέει. Χρειάζονται ελευθερία. H Ελλάς δε μπορεί να ζήσει εντός των στενών ορίων που της έχουν τάξει. Η απελευθέρωσις όλων των αλυτρώτων περιοχών είναι ζήτημα επιβιώσεως δια την Ελλάδα πρωτίστως ...».

Είχε μιλήσει χωρίς να ζητήσει την άδεια. Θύμωσε ο πατέρας του - θύμωσε και για την αποκοτιά του. Εδώ δε μπορούσε, με τόσους αγώνες και τόσες θυσίες, ούτε η Κρήτη να κερδίσει την λευτεριά της, κι εκείνος μιλούσε για λυτρωμό όλων των Ελλήνων;

Θύμωσε. Μα μπήκαν στη μέση oι άλλοι. «Άφεστο το παιδί, καπετάν-Κυριάκο, άφεστο να μιλήσει. Οι μελλούμενοι ίσως πετύχουνε το κι ο που αποτύχαμε. Έχουν πιο πολύ μυαλό... και πιο δυνατή φλόγα στα στήθη τους...».

Κι ο Λευτέρης μιλά, μιλά κι αποκαλύπτει για πρώτη φορά το όνειρο πού θα το μεταβάλλει σε αλήθεια. Μιλά για τη σημασία του γεωγραφικού χώρου της Ελλάδας, διαβλέπει την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και διαγράφει με σαφήνεια, που θα τη ζήλευε και πεπειραμένος πολιτικός, τον ρόλο που πρέπει να παίξει η Ελλάδα, την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει στα κρίσιμα χρόνια που έρχονται.

Ακούγοντάς τον, άλλοι τον θαύμαζαν και άλλοι τον πίστευαν για ονειροπαρμένο. Κι όμως όταν δεν τον συνεπαίρνουν οι ιδέες και τα όνειρά του δείχνει ένα σκληρό ρεαλισμό μαζί με μια αδάμαστη θέληση. Στο δημοτικό σχολείο, στην Ερμούπολη, είναι ο πιο ζωηρός από τους συμμαθητές του και ο δάσκαλος το συνήθιζε να λέει: «Λοιπόν, Βενιζέλε ή μεγάλος άνθρωπος θα γίνεις ή πολύ κακός... Τώρα, πάντως, είσαι σατανάς». Είναι όμως και ο πρώτος μαθητής. Στη Σύρο όπου τελείωσε το δημοτικό, στα Χανιά όπου επέστρεψε το 1872, στην Αθήνα αργότερα - φοίτησε τρία χρόνια στο Λύκειο Αντωνιάδου - διακρίνεται πάντοτε. Είναι έξυπνος, εύστροφος και μελετηρός, αποφασισμένος να πετύχει στη ζωή, να δημιουργήσει. Επιβάλλεται μεταξύ των συμμαθητών του, επιβάλλεται στους καθηγητές του, επιβάλλεται στην οικογένειά του. O λόγος του είναι νόμος, όλοι υποχωρούν μπρος στη θέληση του Βενιαμίν της οικογενείας.

elendeiktikonΤο ενδεικτικό του Ελευθερίου Βενιζέλου - αποφοιτά από την Α' Τάξη της «Ελληνικής Σχολής Χανίων» το 1874, όταν ήταν 10 ετών.

Στα παιδικά του χρόνια είχε ακούσει πολλές φορές ο Βενιζέλος για το «θαύμα» που σημάδεψε τη γέννησή του, την προφητεία του «γερο-Θεού». Ποτέ του δεν έδειξε έκπληξη, δεν παραξενεύθηκε. Θα μπορούσε να πει κανείς πως περίμενε κάτι τέτοιο να ‘χε συμβεί. Ποτέ δεν ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες. Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτή, την ατμόσφαιρα τον Θρύλου, αλλά και του κατατρεγμού, της σκλαβιάς, αλλά και των μεγάλων προσδοκιών, ανδρώθηκε ο Λευτέρης Βενιζέλος. Κι όταν τελείωσε το Γυμνάσιο, στα Χανιά, ήταν έτοιμος για τον προορισμό που του είχε τάξει η μοίρα, το αυγουστιάτικο εκείνο πρωϊνό, στις Μουρνιές.

ellykeioΟ Ελευθέριος Βενιζέλος στα μαθητικά του χρόνια, στο Λύκειο Αντωνιάδου.

Αλλά τώρα ο πατέρας του δεν θέλει να ακούσει άλλο για σπουδές και γράμματα. «Φτάνούν τόσα...τι να τα κάνει τα περισσότερα... έχει το μαγαζί...».

Έχει κουραστεί ο Κυριάκος Βενιζέλος με τους αγώνες, τον κατατρεγμό, την προσφυγιά, έχει απαυδήσει βλέποντας τον αφανισμό της περιουσίας του. Θέλει να ζήσει ήσυχα ο γιος του, ας πολεμήσουν κι άλλοι. Σαν τον ακούει να θέλει να σπουδάσει νομικά αγριεύει. Στο μυαλό του η δικηγορία είναι συνυφασμένη με την πολιτική, κι η πολιτική με τον ενωτικό αγώνα. Αρνείται. «Θα σου πάρουν τα μυαλά και θα μπλέξεις με την πολιτική...», του λέει. «Αρκετά πια... δεν βλέπεις τις καταστροφές που πάθαμε μέχρι τώρα; Καιρός να κοιτάξουμε και το σπιτικό μας...». Επιμένει ο Λευτέρης, αμετάπειστος ο πατέρας του. Κι έτσι κυλούν δύο χρόνια. Ο Λευτέρης εργάζεται στην επιχείρηση του πατέρα του, κρατά τα λογιστικά βιβλία και την αλληλογραφία. Αλλά δεν εγκαταλείπει τις προσπάθειές του. Τώρα έχει και έναν πολύτιμο σύμμαχο, τον Γεώργιο Ζυγομαλά, γενικό πρόξενο της Ελλάδας στα Χανιά, την εποχή εκείνη. Η ευφυΐα του νεαρού Λευτέρη, η διορατικότητά του, τον έχουν εντυπωσιάσει. Και λέει και αυτός τον λόγο του: «Κρίμα, μωρέ Κυριάκο, κρίμα να χαραμίσεις το παιδί. Στείλε το να σπουδάσει, αφού θέλει..., τι φοβάσαι; Καλά πάνε οι δουλειές σου, χρήματα έχεις. Μα κι αν χρειασθεί να γίνει έμπορος ο Λευτεράκης, καλό θα του κάνουν τα νομικά. Δε θα πληρώνει δικηγόρους...».

Φίλος τον Κυριάκου Βενιζέλου ο Ζυγομαλάς, πήγαινε συχνά στο αρχοντικό των Βενιζέλων. Και πάντοτε εύρισκε αφορμή να μιλήσει για τον Λεύτέρη. Κι όταν ένα βράδυ του είπε: «Πάρε την απόφασή σου, κι έχω συγγενείς στην Αθήνα... θα φροντίσουν τον Λευτέρη...», ο Κυριάκος Βενιζέλος λύγισε. «Άμα το θέλει τόσο πολύ...», ψιθύρισε.

Επιμέλεια: Ιωάννης Δ. Χατζιδάκης (Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση)

Διαβάστηκε 728 φορές