H μάχη της Κρήτης

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η Πολιτοφυλακή δεν συγκροτήθηκε ποτέ, γιατί ο Στρατιωτικός Διοικητής «δεν ήταν βέβαιος ότι τα όπλα ταύτα, οι χωρικοί δεν θα τα έστρεφαν κατά της Κυβερνήσεως»

Στις δώδεκα παρά τέταρτο το πρωί της 29ης Οκτωβρίου, μία μόλις ημέρα μετά την έναρξη της ιταλικής επίθεσης στην ελληνοαλβανική μεθόριο, ένα υδροπλάνο προερχόμενο από την Αίγυπτο προσθαλασσωνόταν στο άλλο άκρο της Ελλάδας,................

στα νερά του κόλπου της Σούδας, μεταφέροντας μια ομάδα Βρετανών αξιωματικών, οι οποίοι έσπευδαν στην έδρα της V Μεραρχίας στα Χανιά, με την εντολή να μελετήσουν την αμυντική κατάσταση της νήσου Κρήτης. Τρεις ημέρες αργότερα αποβιβαζόταν στο νησί ένα βρετανικό τάγμα πεζικού, ενώ στις 6 Νοεμβρίου κατέφθαναν από την Αίγυπτο ένας Βρετανός ταξίαρχος, δύο μοίρες αντιαεροπορικού πυροβολικού και ένα τάγμα μηχανικού, που ξεκινούσε ευθύς αμέσως την κατασκευή μιας βάσης καυσίμων στη Σούδα και ενός αεροδρομίου στον παράκτιο χώρο 17 χιλιόμετρα δυτικά των Χανίων, κοντά σε ένα άσημο μέχρι τότε χωριό με το όνομα Μάλεμε.

maxi-tis-kritis

Με την αναχώρηση στο μεταξύ της V Μεραρχίας Κρήτης για το μέτωπο, συμφωνήθηκε να αναλάβουν οι Βρετανοί την ευθύνη του νησιού και απεστάλησαν άλλο ένα τάγμα πεζικού και μια μοίρα καταδρομών, ενώ από ελληνικής πλευράς απέμειναν επιτόπου μόνον οι πυρήνες των εμπέδων, με κυμαινόμενη δύναμη μεταξύ 1.000 και 2.000 ανδρών, κυρίως διερχομένων ληξιαδειούχων οπλιτών. Αυτοί και οι τρεις βρετανικές μονάδες που προαναφέραμε αποτελούσαν μέχρι την άνοιξη του 1941 τη φρουρά της Κρήτης, για την οποία ο Τσώρτσιλ είχε υποτίθεται εκφράσει την ευχή να μεταβληθεί σε ένα άπαρτο φρούριο.

Από τον Νοέμβριο του 1940, ο στρατιωτικός διοικητής Κρήτης αντιστράτηγος Αλεξάκης είχε ζητήσει από το υπουργείο Στρατιωτικών να εξεταστεί το ενδεχόμενο εξοπλισμού των Κρητών εφέδρων παλαιοτέρων κλάσεων, προκειμένου να ενισχυθεί η αποδυναμωμένη άμυνα της νήσου.

Είναι σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσουμε την προβληματική σχέση του καθεστώτος Μεταξά και του βασιλιά Γεωργίου προσωπικά, με την Κρήτη. Πέραν των καταλοίπων του διχασμού μεταξύ βασιλοφρόνων και βενιζελικών, που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του κρητικού πληθυσμού, στο νησί είχε λάβει χώρα και η μόνη ουσιαστική πράξη αντίστασης κατά της δικτατορίας, με την ένοπλη εξέγερση του λαού των Χανίων τον Ιούλιο του 1938. Μετά την καταστολή της θαρραλέας αλλά ασυντόνιστης αυτής ενέργειας, κύριο μέλημα του τότε στρατιωτικού διοικητή που κατά σατανική σύμπτωση ήταν ο Τσολάκογλου υπήρξε ο αφοπλισμός των Κρητών, και ιδιαίτερα η παράδοση των χιλίων περίπου όπλων που οι επαναστάτες είχαν αφαιρέσει από τις στρατιωτικές αποθήκες.

Οι προσπάθειες αυτές έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, και ο μερικός εθελοντικός αφοπλισμός επετεύχθη μόνον το 1940, όταν οι εφημερίδες γέμισαν με τις εκκλήσεις του καθεστώτος: «Κρήτες, μία από τας μεγαλυτέρας υπηρεσίας που δύνασθε να προσφέρητε εις την αγωνιζομένην Πατρίδα μας, είναι να παραδώσητε τα υπό την κατοχήν σας ευρισκόμενα παντός είδους πολεμικά όπλα - Η Πατρίς θα σας ευγνωμονεί». Το πόσο προσχηματική ήταν αυτή η έκκληση προκύπτει από το γεγονός ότι αρκετά από τα περίπου 60.000 όπλα που συγκεντρώθηκαν, ουδέποτε απεστάλησαν στο μέτωπο, αλλά παρέμειναν στις αποθήκες, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων.

Τώρα λοιπόν ετίθετο ζήτημα επανεξοπλισμού των Κρητών. Επακολούθησε πυκνή αλληλογραφία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναμετρήθηκαν οι πολιτικές με τις στρατιωτικές προτεραιότητες και στις 4 Ιανουαρίου του 1941 δόθηκε έγκριση να συγκροτηθεί ένα Σώμα Πολιτοφυλακής, δύναμης 3.050 οπλιτών των κλάσεων 1915-1920, δηλαδή μεταξύ 40 και 45 ετών, με σκοπό τη δράση κατά πιθανής εχθρικής ενέργειας, «ήτοι αποβάσεως εχθρικών δυνάμεων και προσγειώσεως αλεξιπτωτιστών και στρατευμάτων εξ αεροσκαφών». Οι πολιτοφύλακες θα διατηρούσαν μεν την πολιτική τους περιβολή αλλά θα έφεραν ένα κυανό δίκωχο και ένα περιβραχιόνιο του ίδιου χρώματος με «έμβλημα καθορισθησόμενον εν καιρώ», ενώ τα τουφέκια τους θα φυλάσσονταν από τη Χωροφυλακή.

Η ανταπόκριση του πληθυσμού στην πρόσκληση υπήρξε τόσο άμεση και πληθωρική, ώστε στις 21 Ιανουαρίου η Στρατιωτική Διοίκηση ζητούσε να της διατεθούν 10.500 τυφέκια, 350-375 οπλοπολυβόλα και 50-60 πολυβόλα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ανάγκες των πολιτών που απαιτούσαν να εξοπλιστούν.

Η ανταπόκριση όμως αυτή είχε το αντίθετο αποτέλεσμα από το αναμενόμενο. Στις 9 Φεβρουαρίου 1941 το Γενικό Επιτελείο διέτασσε τον περιορισμό της Πολιτοφυλακής σε 1.500 άνδρες, στους μισούς με λίγα λόγια από τους αρχικά προβλεπόμενους και σε ελάχιστο κλάσμα των αυθορμήτως παρουσιασθέντων, με τη δικαιολογία ότι «υπό τας επικρατούσας νυν εν τη Μεσογείω συνθήκας, δεν διαφαίνεται η από θαλάσσης επίτευξις καταλήψεως της Κρήτης».

Τελικώς, ούτε οι πολιτοφύλακες αυτοί συγκροτήθηκαν σε τακτικές μονάδες ή έστω εξοπλίστηκαν. Όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά ο υποστράτηγος Καφάτος, «νεωτέρα διαταγή ακυροί την πρώτην και διατάσσεται η διακοπή πάσης εργασίας προς οργάνωσιν Πολιτοφυλακής, η διάλυσις των υπό οργάνωσιν Σωμάτων και η αποστολή εις το Κέντρον πάντων των διά την Πολιτοφυλακήν προοριζομένων όπλων και υλικών, μηδέ των διακριτικών περιβραχιονίων εξαιρουμένων». Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτά συνέβησαν μετά τον θάνατο του Μεταξά, στην περίοδο δηλαδή που η διαχείριση των πραγμάτων της Ελλάδας είχε περιέλθει άμεσα στον βασιλιά Γεώργιο και το περιβάλλον του. Ακόμη και αν υπήρχε κάποια αμφιβολία περί των κινήτρων μιας τέτοιας ενέργειας, την διέλυσε η κατοπινή κατάθεση του τότε στρατιωτικού διοικητή υποστράτηγου Κίτσου, ότι αυτός συνέστησε την ανάκληση της διαταγής «διότι δεν ήτο βέβαιος ότι τα όπλα ταύτα οι χωρικοί δεν θα τα έστρεφον κατά της Κυβερνήσεως».

Η συνθηκολόγηση

Αυτή ήταν η κατάσταση των πραγμάτων όταν, μετά τη γερμανική εισβολή, μετεβλήθη άρδην η εξέλιξη του πολέμου και στις 20 Απριλίου 1941 ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου υπέγραφε την παράδοση των Ελληνικών δυνάμεων στη Μακεδονία και την Ήπειρο.

Με τη συνθηκολόγηση,οι άνδρες της V Μεραρχίας Κρήτης, διασχίζοντας την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, διεπεραιώθηκαν στον Ψαθόπυργο της Πελοποννήσου. Εκεί τους βρήκε στις 11 Μαΐου 1941 η διαταγή του, κατοχικού ήδη, υπουργού Εθνικής Αμύνης υποστράτηγου Μπάκου, βάσει της οποίας απαγορευόταν η επιστροφή τους στην Κρήτη. Αψηφώντας τη διαταγή, ορισμένοι από τους εφέδρους κατάφεραν να διαφύγουν στην Κρήτη, οι περισσότεροι όμως, πάνω από 19.000 μάχιμοι άνδρες, ηλικίας 18-40 ετών, και 600 έμπειροι αξιωματικοί, παρέμειναν αποκλεισμένοι στην Ελλάδα, παρακολουθώντας ανίσχυροι τα τεκταινόμενα στο νησί τους.

Αντ' αυτών, στην Κρήτη είχαν διεπεραιωθεί 900 μαθητές της Σχολής Χωροφυλακής, τους οποίους ακολούθησαν περίπου 5.000 νεοσύλλεκτοι από τα Κέντρα Εκπαίδευσης του Ναυπλίου, της Τρίπολης και της Καλαμάτας, ενώ στις 29 Απριλίου έφθασαν στο Κολυμπάρι και περίπου 300 Ευέλπιδες.

Παράλληλα, στο διάστημα μεταξύ 25 και 30 Απριλίου, χάρις σε μια μεγαλειώδη πράγματι επιχείρηση εκκένωσης του Βρετανικού Ναυτικού, αποβιβάστηκαν στην Κρήτη προερχόμενοι από την ηπειρωτική Ελλάδα περί τους 43.000 Νεοζηλανδούς, Αυστραλούς και Βρετανούς στρατιώτες, από τους οποίους παρέμειναν τελικώς στο νησί 28.600 άνδρες. Επρόκειτο για έναν εξουθενωμένο στρατό, που βρισκόταν εκατοντάδες χιλιάδες μιλίων μακριά από τα σπίτια του και ο οποίος στη συντριπτική του πλειονότητα, παρά την καρτερικότητα με την οποία πολέμησε στον Αλιάκμονα, τον Όλυμπο και τις Θερμοπύλες, είχε μόλις ζήσει μια σοβαρή ήττα και μια δραματική υποχώρηση, εγκαταλείποντας πίσω 3.000 νεκρούς, 12.000 αιχμαλώτους, βαρέα όπλα, οχήματα, και σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και τον ατομικό του οπλισμό.

Στην Κρήτη είχε καταφύγει επίσης, από τις 23 Απριλίου, και η ελληνική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον βασιλιά Γεώργιο και τον νέο πρωθυπουργό, τον κρητικής καταγωγής Εμμανουήλ Τσουδερό. Από την υποχώρηση στην Ελλάδα έως την επίθεση των Γερμανών στην Κρήτη μεσολάβησε ένας κρίσιμος μήνας, κατά τη διάρκεια του οποίου η βρετανική και η ελληνική πλευρά διεξήγαγαν ατέρμονες συζητήσεις σε στρατηγικό και τακτικό επίπεδο γύρω από τις δυνατότητες άμυνας της Κρήτης, το σκόπιμο ή μη της επερχόμενης μάχης, την κ

Ο Τσουδερός υπογράμμιζε στον Βρετανό πρέσβη στις 29 Απριλίου ότι «οι κάτοικοι της νήσου άνευ ουδεμίας εξαιρέσεως είναι έτοιμοι να κάμουν κάθε θυσία για τον αγώνα, και μόνον η απογοήτευσις θα ηδύνατο να περιορίση τον ενθουσιασμόν των». Να υπενθυμίσουμε ότι, εκτός των άλλων, το νησί έβριθε από απότακτους ή απόστρατους βενιζελικούς αξιωματικούς. Είναι γεγονός ότι ο Τσουδερός, με τον αναγκαστικό νόμο «περί αποκαταστάσεως αξιωματικών εξελθόντων του στρατεύματος διά λόγους πολιτικούς» επιχείρησε να δώσει μια σαφή ένδειξη για την αλλαγή κλίματος που σηματοδοτούσε η συγκρότηση της κυβέρνησής του. Ταυτόχρονα τοποθέτησε ορισμένους Κρήτες αξιωματικούς σε επιτελικές θέσεις, ενώ όμως είχε τη δυνατότητα να επιστρατεύσει το σύνολο όσων βρίσκονταν εκτός στρατεύματος αρκέστηκε, έχοντας κατά νουν «το απελπιστικόν της καταστάσεως και επομένως το αμφίβολον του αποτελέσματος του αγώνος», να προσκαλέσει έναν περιορισμένο αριθμό εθελοντών.

Την ίδια στιγμή, όσοι Κρήτες έφεδροι στρατιώτες του Αλβανικού μετώπου των κλάσεων 1921-1929, δηλαδή μεταξύ 30 και 40 ετών, είχαν καταφέρει να διαφύγουν με δικά τους μέσα από την ηπειρωτική Ελλάδα και να φτάσουν θαλασσοπνιγμένοι στο νησί, αντί να ανασυγκροτούνται σε νέες μονάδες ή, έστω, να εντάσσονται στις υπάρχουσες, διατάσσονταν να αναχωρήσουν με μηνιαία άδεια (!) για τα σπίτια τους, όπου τελικώς τους βρήκε η γερμανική εισβολή.

Η στάση αυτή των κρατούντων, πέραν όλων των άλλων, αντικατόπτριζε, πιστεύω, τη βαθύτερη πεποίθησή τους ότι η υπόθεση ήταν εκ των προτέρων χαμένη. Ήδη τα αποθέματα χρυσού της Τραπέζης της Ελλάδος φυγαδεύονταν εσπευσμένα στην Αίγυπτο, ενώ είχαν αρχίσει οι συζητήσεις ποια θα ήταν η καταλληλότερη στιγμή για την αναχώρηση του βασιλιά και της κυβέρνησης. «Δι' εμέ όμως τίθεται το σοβαρόν ερώτημα εάν θα ήτο δυνατόν να κρατηθή η νήσος», έγραφε στις 14 Μαΐου ο Τσουδερός: «Οι Κρήτες, γενναίοι πάντοτε, βλέπουν την άνω εκτεθείσαν κατάστασιν με φόβον από ακριβή εκτίμησιν των πραγμάτων και ιδίως διότι είναι εντελώς άοπλοι. Η κυβέρνησις Μεταξά τους είχεν αφοπλίσει. Εάν είχον οι κάτοικοι όπλα, αι στρατιωτικαί ελλείψεις θα είχον ολιγωτέραν σημασίαν».

Ιδού λοιπόν που, κατά τη διάρκεια αυτών των ύστατων διαβουλεύσεων, τα όπλα των Κρητών έμπαιναν για άλλη μια φορά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. «Πρότεινα εις τους Βρετανούς», σημειώνει ο Έλληνας πρωθυπουργός, «να συσταθή πολιτοφυλακή εν τη νήσω υπό εμπειροπολέμους Κρήτας αξιωματικούς. Δέχονται μεν όλοι την ορθότητα της προτάσεως, αλλά δεν υπάρχουν ούτε όπλα ούτε φυσίγγια διά να οπλίσωμεν τους κατοίκους».

«Η πραγματικότητα ήταν ότι ολόκληρος ο πληθυσμός της Κρήτης ήθελε να πολεμήσει», συμπληρώνει ο ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη Νεοζηλανδός υποστράτηγος Φράιμπεργκ: «Ουδεμία αμφιβολία έχω ότι αν είχαμε καιρό, θα ηδυνάμεθα να συγκεντρώσουμε και εκπαιδεύσουμε δύο πλήρεις μεραρχίας». Ανάλογη είναι και η εικόνα που σκιαγραφεί και ο ταξίαρχος Σώλσμπερυ: «Ήταν υπέροχο το θέαμα να βλέπεις τους χωρικούς όλων των ηλικιών να εκλιπαρούν να τους δοθούν όπλα. Το ηθικό των Κρητικών είναι αδύνατο να περιγραφεί».

Τουφέκια

«Δόστε μας τουφέκια», έγραφε στην εφημερίδα «Κρητικά Νέα» στις 5 Μαΐου ο Ηρακλειώτης συγγραφέας Ιωάννης Μουρέλλος, «δόστε μας τουφέκια κι είμαστε έτοιμοι». Ο υποστράτηγος Καφάτος, τέλος, που υπηρετούσε τότε στο υπουργείο των Στρατιωτικών στα Χανιά, συνοψίζει αδρά το όλο ζήτημα: «Ο πληθυσμός της νήσου ήρχισε να αξιοί επιμόνως και αρκετά ζωηρώς τον εξοπλισμόν του και την οργάνωσίν του, ώστε να καταστή ικανός να πολεμήση διά την άμυναν του τόπου του παρά το πλευρόν των Ελληνικών και Αγγλικών δυνάμεων. Δεν επρόκειτο δε, εις την προκειμένην περίπτωσιν, περί απολέμου και απείρου τινος συρφετού, αλλά περί παλαιμάχων αγωνιστών των από του 1912 μέχρι του 1920 πολέμων, οι οποίοι, προς τοις άλλοις θα εμάχοντο υπέρ βωμών και εστιών, και των οποίων η μετά ταύτα τιμή και υπόληψις θα εξηρτάτο από την διαγωγήν την οποίαν θα επεδείκνυον κατά τον αγώνα. Οιοσδήποτε υπεύθυνος, έχων προ οφθαλμών μόνον το συμφέρον του αγώνος», τονίζει καταληκτικά, «δεν θα έπρεπε να παραβλέψη έναν τοιούτον παράγοντα».

Η υπόθεση του εξοπλισμού των Κρητών εκκρεμούσε μέχρι την τελευταία στιγμή, με τη σχετική ευθύνη να μετατοπίζεται καθημερινά μεταξύ των ελληνικών και των βρετανικών αρχών. Οι τελευταίες σελίδες αυτής της ατέρμονης αλληλογραφίας φέρουν ημερομηνία 18 Μαΐου 1941.

Ήδη όμως είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου. Από τα ξημερώματα της 20ής Μαΐου, 400 βομβαρδιστικά και 300 καταδιωκτικά αεροπλάνα κατέκλυσαν κατά σμήνη τον εναέριο χώρο της Κρήτης, εξαπολύοντας έναν άνευ προηγουμένου καταιγισμό πυρός, ακολουθούμενα από 500 μεταγωγικά αεροπλάνα από τα οποία άρχισε η πτώση 8.000 αλεξιπτωτιστών, ενώ παράλληλα 80 ρυμουλκούμενα ανεμοπλάνα ελίσσονταν αθόρυβα και προσγειώνονταν το ένα κατόπιν του άλλου στο έδαφος.

Μόλις συνήλθαν από την κατάπληξη που τους προκάλεσε το καινοφανές θέαμα, των χιλιάδων αλεξιπτωτιστών, τα συμμαχικά τμήματα έσπευσαν προς τα σημεία συγκέντρωσης των ρίψεων του εχθρού. Με την έναρξη της εισβολής, σημειώνει ο ανθυπολοχαγός Δροσάκης, έκαναν αιφνιδίως την εμφάνισή τους και οι χωρικοί, «κρατούντες άλλος κάποιο σκουριασμένο, άλλος κάποιο μισοχαλασμένο όπλο, άλλος παλαιό εμπροσθογεμές, άλλος κυνηγετικό δίκαννο, άλλοι με τσεκούρια, με χονδρά ραβδιά». Ο πληθυσμός, υπογραμμίζει ο, επίσης παρών, υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Τσουδερού Στυλιανός Δημητρακάκης, «εζητούσεν όπλα να αμυνθή». Στις πόλεις ειδικότερα, οι ελληνικές και βρετανικές αρχές «διέτρεξαν ανησύχους στιγμάς». Πλήθη έξαλλων πολιτών παραβίασαν τις στρατιωτικές αποθήκες στα Χανιά και το Ηράκλειο, στις οποίες ανακαλύφθηκαν σημαντικές ποσότητες οπλισμού, παρά τα συνεχώς έως της χθες επαναλαμβανόμενα περί της παντελούς έλλειψής του. Στο μεταξύ, «οι κάτοικοι των χωρίων, δράττοντες ό,τι έκαστος όπλον διέθετε και σχηματίζοντες αυτοσχεδίους ομάδας, συνέρρεον προς τα σημεία καθόδου του εχθρού. Είτε παρά το πλευρόν του στρατού μαχόμεναι αι ομάδες αύται, είτε και αυτοτελώς, ως αι πλείσται των περιπτώσεων, εξεκαθάρισαν ταχύτατα και πλήρως ευρείας περιοχάς από του εκεί κατελθόντος εχθρού, επιβάλλοντες αυτώ βαρυτάτας απωλείας». Συχνά εφοδιάζονταν με τα όπλα των νεκρών Γερμανών ή, σπεύδοντας εκεί όπου προσγειώνονταν τα γερμανικά αλεξίπτωτα με τις ατράκτους πολεμοφοδίων, επέστρεφαν πάνοπλοι στη μάχη.

Στο Καστέλλι Κισσάμου, στα Φλώρια, την Αγριμοκεφάλα και το φαράγγι της Καντάνου στο Σέλινο, στον Γαλατά, την Αγιά και τον Αλικιανό Χανίων, στον Λατζιμά και τα Περιβόλια Ρεθύμνου, στον Μασταμπά και τον Προφήτη Ηλία Ηρακλείου και αλλού, οι ομάδες των ενόπλων πολιτών έλαβαν μέρος επί δέκα ημέρες σε μικροσυμπλοκές αλλά κάποτε και σε πραγματικές μάχες.

Ο ακριβής αριθμός τους είναι, φυσικά, δύσκολο να υπολογιστεί. Η συγκριτική προσέγγιση των ποικίλων μαρτυριών τούς ανεβάζει χονδρικά σε 6.000. Επικεφαλής τους, όταν υπήρχαν, ετέθησαν τοπικοί καπεταναίοι, απόστρατοι και απότακτοι αξιωματικοί, χωροφύλακες, ιερωμένοι ή και απλοί φαντάροι, που βρέθηκαν «αδειούχοι» στα χωριά τους. Σε δύο περιπτώσεις, στην Κνωσό και το οροπέδιο της Νίδας στον Ψηλορείτη, είχαν τεθεί υπό τις διαταγές αξιωματικών της Βρετανικής Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE), των μόνων ίσως που είχαν πάρει στα σοβαρά την υπόθεση. «Όστις έλαβε μέρος εις τον αγώνα αυτόν, ή όστις παρηκολούθησε την αποτελεσματικήν δράσιν και την πραγματικώς υπέροχον συμπεριφοράν των προχείρως κατά την στιγμήν της εισβολής και αυθορμήτως σχηματισθεισών ομάδων χωρικών», υπογραμμίζει ο υποστράτηγος Καφάτος, «δύναται να υπολογίση το μέγεθος του διεπραχθέντος εγκλήματος [του μη εξοπλισμού οργανωμένης Πολιτοφυλακής], όπερ εσαμποτάρισε κυριολεκτικώς εις όφελος του εχθρού τον αγώνα».

Έντονος υπήρξε και ο αιφνιδιασμός των Γερμανών, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι την παραμονή της επίθεσης, ο υπεύθυνος πληροφοριών επισμηναγός Ρέινχαρτ τους διαβεβαίωνε ότι θα γίνονταν δεκτοί με ενθουσιασμό από τον πληθυσμό της νήσου.

«Υποτιμήσαμε την ισχύ του αντιπάλου», αναφέρει ο Γερμανός σμηναγός Σάιρμερ, «καθώς οι Εγγλέζοι είχαν εξοπλίσει, δυστυχώς, τους κατοίκους της Κρήτης, που μάχονταν με τις κρητικές τους φορεσιές, πράγμα το οποίο αντίκειται σε όλους τους κανόνες του πολέμου».

«Ο 16ος λόχος του Συντάγματος Εφόδου», σημειώνεται στη σχετική γερμανική έκθεση, «όστις διετάχθη όπως προστατεύση προς νότον το αεροδρόμιον του Μάλεμε, ηναγκάζετο αδιακόπως να δίδη μάχας κατά των ελευθέρων σκοπευτών». Και παρακάτω: «Εις τα νότια και τα δυτικά της πόλεως του Ηρακλείου έλαβε χώραν αξιοσημείωτος αγών κατά των ελευθέρων σκοπευτών, οι οποίοι εμάχοντο καθ' ομάδας των 7-8 ανδρών. Μίας εξ αυτών ηγείτο εις παπάς [pope], όστις κατόπιν ετυφεκίσθη».

Πράγματι, η ένοπλη δράση των ιερέων, όπως και εκείνη των γυναικών, σκανδάλιζε ιδιαίτερα τους Γερμανούς. «Η επί της οδού προς την Κάντανον διατεθείσα μαχητική ομάς μηχανικού με ενισχύσεις αντιαρματικών και μοτοσυκλετιστών», αναφέρει ο Γερμανός αντισυνταγματάρχης Βίττμαν, «διεξήγαγε σκληροτάτους αγώνας, ως επί το πλείστον με ομάδας αποθηριωμένων ελευθέρων σκοπευτών». Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο αρχιμανδρίτης της Παλαιόχωρας Στυλιανός Φραντζεσκάκης, που οδήγησε τους ενορίτες του στην Κάνδανο με το τουφέκι στο χέρι.

Στο Ρέθυμνο ο Αυστραλός ταγματάρχης Σάντοβερ θυμάται έναν καλόγερο οπλισμένο με ένα παλιοντούφεκο και ένα τσεκούρι περασμένο στη ζώνη του. Την επομένη, ο ίδιος καλόγερος εμφανίστηκε πάνοπλος στη μάχη, συνοδευόμενος από ένα παιδί που κουβαλούσε τα τρόπαιά του, μεταξύ των οποίων ξεχώριζε ένα γερμανικό οπλοπολυβόλο Schmeisser. Όταν Έλληνες μαχητές συνέλαβαν στην ίδια περιοχή τον σμήναρχο του 2ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών Στουρμ και τον παρέδωσαν στους Αυστραλούς, ο Γερμανός αξιωματικός φέρεται να διαμαρτυρήθηκε στον Αυστραλό ομόλογό του αντισυνταγματάρχη Κάμπελ, με τη φράση «δεν μπορώ να ανεχθώ τους Κρητικούς να κρατούν τα γερμανικά όπλα και να πολεμούν τους Γερμανούς».

Εκτελέσεις-αντίποινα με συνοπτικές διαδικασίες

Το φιλμ μιας «συνήθους» εκτέλεσης κοντά στις φυλακές Αγυιάς Χανίων

Στην Κρήτη ήταν η πρώτη φορά που οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν αντίσταση από τον τοπικό πληθυσμό, άνδρες, γυναίκες ακόμη και παιδιά. Η αντίδρασή τους υπήρξε άμεση. Ήδη κατά τη διάρκεια των μαχών, οι πολίτες που συλλαμβάνονταν ένοπλοι εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες. Στην αρχή οι αριθμοί των εκτελέσεων ήταν περιορισμένοι: 6 στο Μετόχι Ηρακλείου, 4 στα Πλακάλωνα, 7 στο Κακόπετρο και 10 στο Καστέλλι Κισσάμου, 4 στην Κάνδανο Σελίνου, 9 στον Γαλατά των Χανίων και, ο υψηλότερος αριθμός αυτής της φάσης, 58 στα Μυσσίρια Ρεθύμνου. Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες των ημερών της μάχης, καταγράφονται ήδη 15 γυναίκες.

Η Μάχη της Κρήτης έληξε ουσιαστικά την 31η Μαΐου και από την επομένη ημέρα, ο Γερμανικός στρατός έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο αντεκδικήσεων, που όμοιό του δεν είχε δει το φως μέχρι εκείνη τη στιγμή σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Σε έξι ημέρες, εκτελέστηκαν 200 Κρήτες, όχι πλέον κάποιοι που πιάστηκαν με το όπλο στο χέρι, αλλά όσοι βρίσκονταν στα χωριά τους όταν έφτανε το απόσπασμα: 42 στον Αλικιανό, 25 στο Κοντομάρι, 24 στου Κυρτομάδω, 22 στο Άδελε, κ.ο.κ. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες, με αποκορύφωμα την 1η Αυγούστου, όταν εκτελέστηκαν σε μια μέρα 207, στον Αλικιανό, το Φουρνέ και το Σκινέ.

Στις διαμαρτυρίες των προκρίτων, ο Γερμανός διοικητής αντέταξε το επιχείρημα ότι «οι Κρήτες μετέσχον του κατά των Γερμανών αλεξιπτωτιστών αγώνος, ενώ έχει καταργηθεί διεθνώς το δικαίωμα των πολιτών να μετέχουν του πολέμου εφ' όσον δεν στρατευθούσι».

Το επιχείρημα αυτό επρόκειτο να το επικαλεστούν επανειλημμένα οι Γερμανοί στα επόμενα χρόνια, όταν αντιμετώπισαν πλέον μαζικά κινήματα παρτιζάνων σε όλη την Ευρώπη. Το ζήτημα απασχόλησε και το Δικαστήριο Εγκληματιών Πολέμου, που αποφάνθηκε εις βάρος της Γερμανικής ερμηνείας, επικαλούμενο τη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης του 1907, σύμφωνα με το άρθρο 1 της οποίας «οι νόμοι, τα δικαιώματα και αι εκ του πολέμου υποχρεώσεις εφαρμόζονται ουχί μόνον εις τον τακτικόν στρατόν, αλλά και εις τας εθνοφρουράς και τα σώματα των εθελοντών», αρκεί «να διατελούν υπό την αρχηγίαν προσώπου ευθυνομένου διά τους υφισταμένους του, να έχουν σταθερόν και εξ αποστάσεως διακριτόν σημείον, να φέρουν τα όπλα απροκαλύπτως και να συμμορφούνται προς τους νόμους και τα έθιμα του πολέμου».

Η ερμηνεία αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει την κρισιμότητα της ύπαρξης διακριτικού σημείου που να υποδηλώνει τον μαχητή. «Η πιο ασυγχώρητη πράξη κατά των Κρητών εθελοντών», εκτιμά ο Άντονυ Μπήβορ, «υπήρξε ο μη εφοδιασμός τους με κάποιο είδος στολής που θα τους προσέδιδε μια επίσημη ιδιότητα». Πράγματι, δεν υπήρξε ούτε μια διαταγή, έστω της τελευταίας στιγμής, που να επιβεβαιώνει τυπικά την ύπαρξη της πολιτοφυλακής, με πρόχειρα περιβραχιόνια ή και χωρίς. Είναι βέβαιο ότι δεν θα γλίτωναν όλοι, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις που τουφεκίστηκαν ακόμη και έφεδροι στρατιώτες, όμως καταγράφονται και αντίθετα παραδείγματα όπου, επιδεικνύοντας τις προσκλήσεις που είχαν λάβει τον χειμώνα για να επανδρώσουν την Πολιτοφυλακή, κάποιοι αιχμάλωτοι σώθηκαν από το εκτελεστικό απόσπασμα.

Στις Βουκολιές, οι αλπινιστές δέχθηκαν επίθεση από ελεύθερους σκοπευτές, στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο λοχίας Γιάννης Λαζόπουλος. Το νεκρό του σώμα με τη στρατιωτική στολή, έπεισε τους Γερμανούς ότι συγκρούστηκαν με τακτικό στρατό, με αποτέλεσμα «ο Λαζόπουλος», παρατηρεί ο Ευτύχης Μαλεφάκης, «να σώσει και νεκρός τις Βουκολιές».

Εντούτοις, σύμφωνα με το το άρθρο 2 της Χάγης, «υπάρχουν περιπτώσεις κατά τας οποίας οι κάτοικοι μη καταληφθείσης χώρας, άμα τη προσεγγίσει του εχθρού λαμβάνουν αυθορμήτως τα όπλα, χωρίς να οργανωθούν συμφώνως προς το άρθρον 1, ελλείψει χρόνου», και σε αυτή την περίπτωση δεν απαιτείται να τελούν υπό αρχηγό ή να φέρουν διακριτικό, αρκεί να φέρουν φανερά τα όπλα τους και να συμμορφώνονται προς τους νόμους και τα έθιμα του πολέμου. Ουδεμία λοιπόν επίκληση στο διεθνές δίκαιο μπορεί να αθωώσει τα γερμανικά εγκλήματα του 1941 στην Κρήτη. Σήμερα άλλωστε γνωρίζουμε ότι οι αποφάσεις είχαν ληφθεί εκ των προτέρων. Πράγματι, στις 13 Μαΐου του 1941, ο Χίτλερ είχε υπογράψει το άκρως απόρρητο διάταγμα «περί διακανονισμού ειδικών στρατιωτικών μέτρων», εν όψει όχι βέβαια της επιχείρησης κατά της Κρήτης αλλά κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

«Οιαδήποτε επίθεση υπό πολιτών του εχθρού κατά της Βέρμαχτ πρέπει να καταπολεμείται στο σημείο της επίθεσης με τα πλέον ακραία μέσα, έως τον εκμηδενισμό των επιτιθεμένων. Σε περίπτωση που παρόμοια μέτρα δεν είναι δυνατόν να ληφθούν αμέσως, οι ύποπτοι επιθέσεων θα φέρονται αμέσως ενώπιον ενός αξιωματικού, ο οποίος θα αποφασίζει εάν θα εκτελεστούν. Εναντίον χωρίων από τα οποία η Βέρμαχτ δέχθηκε ύπουλη και κακόβουλη επίθεση, εάν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν τον άμεσο προσδιορισμό των υπευθύνων ατόμων, θα εφαρμόζονται διά της βίας συλλογικά κατασταλτικά μέτρα αμέσως». Το διάταγμα κατέληγε με την υπόμνηση ότι πρέπει να παραμείνει άκρως απόρρητο μέχρι την 1η Ιουνίου 1941.

Το μεσημέρι της επομένης, 2 Ιουνίου, ο υπολοχαγός Χορστ Τρέμπες, μόνος επιζών αξιωματικός του ΙΙΙ Τάγματος Εφόδου, έμπαινε με τους αλεξιπτωτιστές του στο Κοντομάρι, στην περιφέρεια του οποίου η μονάδα του είχε 400 νεκρούς την πρώτη ημέρα της μάχης. Λίγες ώρες αργότερα εκτελούνταν σε κοντινό λιόφυτο οι 25 άνδρες που βρέθηκαν παρόντες στο χωριό.

Αποσπάσματα από το απόρρητο προσωπικό ημερολόγιο του Γκαίμπελς Τι όμορφη μέρα. Η Κρήτη εκκαθαρίστηκε

24 Απριλίου 1941 (Πέμπτη) Χθες: [...] Οι Έλληνες και οι Εγγλέζοι βρίσκονται σε ραγδαία υποχώρηση. Ο Βασιλεύς Γεώργιος απομακρύνθηκε στην Κρήτη. Λέει ότι προτίθεται να συνεχίσει τον ηρωικό αγώνα από κει. Σύντομα θα τον φροντίσουμε.

25 Απριλίου 1941 (Παρασκευή) Χθες: [...] Διασχίσαμε τώρα τις Θερμοπύλες. Οι Εγγλέζοι σε πλήρη φυγή. [...] Οι νίκες μας προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση. Η βαλκανική περιπέτεια μας έδωσε μεγάλο ψυχολογικό πλεονέκτημα. Ελληνικές μεγαλοστομίες από την ασφάλεια της Κρήτης. Περί τιμής και τα τοιαύτα. Αρκετά να προκαλέσουν εμετό!

[...] Αναφορά από την Ιταλία: Επιχειρούν να υπεξαιρέσουν τις επιτυχίες μας και να μετατρέψουν τις νίκες μας σε ιταλικές νίκες. Ήταν αναμενόμενο. Αλλά ο κόσμος δεν έχει παρά περιφρόνηση για την Ιταλία. Αυτό, ούτε ο Μουσσολίνι δεν μπορεί να το αλλάξει.

30 Απριλίου 1941 (Τετάρτη) Χθες: [...] Συζήτηση με τον Φύρερ επί της κατάστασης. Λυπάται που αναγκάστηκε να επιτεθεί κατά της Ελλάδας. Οι Έλληνες δεν έκαναν κάτι που να τους άξιζε να το υποστούν. Σκοπεύει να τους φερθεί όσο πιο ανθρώπινα είναι δυνατόν. Οι Ιταλοί κάνουν το αντίθετο. Με τη συμπεριφορά τους δεν κερδίζουν παρά μίσος και αυξάνουν τη δημοτικότητά μας. [...] Η είσοδός μας στην Αθήνα καλωσορίστηκε από μια μερίδα του ελληνικού πληθυσμού. Αν μας αντικαταστήσουν οι Ιταλοί, θα υπάρξει σοβαρή δυσαρέσκεια. [...] Παρακολουθούμε την ταινία των επικαίρων με την είσοδό μας στην Αθήνα. Ο Φύρερ δυσκολεύεται να το χαρεί, τόσο τον έχει επηρεάσει η μοίρα της Ελλάδας. Όλα αυτά χάρις στα σφάλματα των Κυρίων Συμμάχων μας.

3 Μαΐου 1941 (Σάββατο) Χθες: [...] Οι μάχες στην Ελλάδα έφθασαν στο τέλος τους. Η Κρήτη πρόκειται να καταληφθεί με δυνάμεις αλεξιπτωτιστών. Κατά τα λοιπά, το ζήτημα τακτοποιήθηκε.

Από τη χρονολογία αυτή και για δεκαεπτά ημέρες, στο ημερολόγιο του Γερμανού υπουργού προπαγάνδας δεν εντοπίζεται καμία αναφορά στην Ελλάδα. Οι αναφορές, στην Κρήτη πλέον, επανεμφανίζονται στις 21 Μαΐου, με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, στην οποία ο Γκαίμπελς έχει ένα επιπλέον προσωπικό ενδιαφέρον, καθώς λαμβάνουν μέρος ο Harald Quandt, γιος της γυναίκας του από τον πρώτο της γάμο, καθώς και ο στενός του συνεργάτης Herbert Heiduschke.

21 Μαΐου 1941 (Τετάρτη) Χθες: [...] Επιτιθέμεθα κατά της Κρήτης με αερομεταφερόμενα τμήματα. Ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Έχει όμως προετοιμαστεί ως την τελευταία λεπτομέρεια.

22 Μαΐου 1941 (Πέμπτη) Χθες: [...] Η Αγγλική προπαγάνδα διατείνεται ότι κρατούν την Κρήτη στέρεα στα χέρια τους. Αλλά αυτά τα λέει η προπαγάνδα. Η πραγματικότητα είναι ότι προσγειώσαμε εκεί τέσσερα συντάγματα που απέδωσαν λαμπρά ως τα τώρα, και δεν τίθεται ζήτημα αποτυχίας να εδραιωθούμε. Η υπόθεση έχει μετεξελιχθεί σε ζήτημα γοήτρου για αμφότερες τις πλευρές. Ο τύπος των Ηνωμένων Πολιτειών υποστηρίζει ότι, εάν η εισβολή στην Κρήτη επιτύχει, τότε μια ανάλογη κατά της Βρετανίας θα είναι δυνατή. Δεν έχουμε ακόμη ανακοινώσει τίποτα. Ο Φύρερ αποφάσισε να περιμένει, καθώς η επιτυχία δεν έχει ακόμη εξασφαλιστεί. Αντιδρούμε μόνο στις εξωτερικές επιθέσεις, ιδιαίτερα εναντίον της ψευδούς δήλωσης του Τσώρτσιλ ότι οι άνθρωποί μας ενδύθηκαν νεοζηλανδικές στολές.

23 Μαΐου 1941 (Παρασκευή) Χθες: [...] Σκληρός αγώνας για την Κρήτη. Φαίνεται ότι έχουμε κερδίσει ένα στέρεο προγεφύρωμα. Παρ' όλες τις αγγλικές αντεπιθέσεις, κρατάμε το έδαφός μας και προοδεύουμε συνεχώς. Δεν σταθήκαμε τυχεροί στη θάλασσα. [...]

Εξακολουθούμε να μη λέμε κουβέντα για την υπόθεση της Κρήτης. Δεν έχουμε την πρόθεση να την μετατρέψουμε σε ζήτημα κύρους σε καμία περίπτωση. [...]

Η Κρήτη είναι το αντικείμενο συζήτησης όλου του κόσμου. Αλλά αδυνατούμε να δημοσιοποιήσουμε οτιδήποτε ακόμη. Ο Τσώρτσιλ το μετατρέπει σε ζήτημα κύρους. Αυτό είναι βλακώδες και μη συνετό, ως ένα βαθμό. Εν τω μεταξύ, οι λονδρέζικες εφημερίδες κραυγάζουν: "Θα υπερασπίσουμε την Κρήτη ως την τελευταία πνοή". Καλά, θα δούμε τι βρίσκεται πίσω από αυτό. [...]

Ένα εξαιρετικό μαγιάτικο απόγευμα. Τι όμορφος κόσμος! Αλλά οι άνθρωποι, τι αχρείοι που είναι! Εν τούτοις πρέπει να βρεις κάποιον τρόπο να τους διευθετήσεις κι αυτούς.

24 Μαΐου 1941 (Σάββατο) Χθες: [...] Η κατάσταση στην Κρήτη έχει ήδη βελτιωθεί κατά πολύ. Οι Εγγλέζοι αναγκάστηκαν να αποσύρουν τις μοίρες των καταδιωκτικών τους. Βομβαρδίζουμε τα αεροδρόμιά τους ακατάπαυστα. Έχουμε τώρα 15.000 άνδρες εκεί κάτω, ορισμένους με βαρύ οπλισμό. Σκληρός αγώνας. Μια από τις νηοπομπές μας κτυπήθηκε άσκημα. Η Λουφτβάφφε μας βύθισε τέσσερα από τα καταδρομικά τους. Η υπόθεση εξελίσσεται σε ένα ναυτικό νεκροταφείο για τους Εγγλέζους, ακριβώς όπως στο Νάρβικ. Πιστεύω, για τον λόγο αυτό, ότι σύντομα θα αποσυρθούν.

25 Μαΐου 1941 (Κυριακή) Χθες: [...] Η προσοχή του κοινού βρίσκεται εστιασμένη στην Κρήτη. Οι ειδήσεις βγαίνουν με το σταγονόμετρο, τόσο από την πλευρά μας όσο και από τους Εγγλέζους. Σε ό,τι μας αφορά, τα πράγματα εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο. Αλλά δεν μπορούμε να δημοσιοποιήσουμε τίποτα, καθώς η επιτυχία δεν έχει εξασφαλιστεί ακόμη εκατό τοις εκατό.

[...] Από την πλευρά του Λονδίνου, βαθύτατη απαισιοδοξία. Αφ' ης στιγμής αποσύρθηκε η βρετανική αεροπορία, απώλεσαν κάθε ελπίδα. Η χορωδία άρχισε να ψέλνει και στις ΗΠΑ. Η Μόσχα εκφράζει τον θαυμασμό της για την αποκοτιά της εφόδου φίλη στ' αλήθεια! Τώρα, επιτέλους, θέτουμε τον μηχανισμό της προπαγάνδας μας σε κίνηση. Ο Χάραλντ και ο Χέιντουσκ είναι ανακατεμένοι εκεί κάτω (στην Κρήτη), όπως με πληροφορούν από την Αθήνα.

27 Μαΐου 1941 (Τρίτη) Χθες: Η μάχη για την Κρήτη συνεχίζεται. Προσγειώσαμε κι άλλες ενισχύσεις. Ο Έλληνας Βασιλιάς πέταξε στο Κάιρο, αφήνοντας πίσω του μια πομπώδη διακήρυξη, που την κάνουμε κομματάκια μεθοδικά.

Η συμπεριφορά των Εγγλέζων απέναντι στους αλεξιπτωτιστές μας στην Κρήτη είναι σκανδαλώδης. Αλλά δεν επιτρέπω να δημοσιοποιηθεί, φοβούμενος μήπως ταραχθεί η κοινή μας γνώμη. Γενικός κανόνας: Οι Εγγλέζοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δειλοί, γιατί με αυτόν τον τρόπο καθιστούμε αφερέγγυα τη γενναιότητα των δικών μας ανθρώπων. [...]

29 Μαΐου 1941 (Πέμπτη) Χθες: [...] Τα πράγματα εξελίσσονται ευνοϊκά στην Κρήτη. [...] Τα Χανιά έπεσαν στα χέρια μας. Οι βρετανικές αναφορές είναι σκέτη μαυρίλα.

30 Μαΐου 1941 (Παρασκευή) Χθες: [...] Η προέλαση προχωρεί στην Κρήτη. Οι Εγγλέζοι αποσύρθηκαν περαιτέρω σε ενδότερες θέσεις. Ουδείς σοβαρός κίνδυνος επί του παρόντος.

[...] Παρακολουθώ νέο κινηματογραφικό υλικό από την Κρήτη: πολύ καλό και σε ορισμένες περιπτώσεις ασυνήθιστα δραματικό. Μόνο μέρος του μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε δημόσια προβολή, γιατί περιέχει πολλά στρατιωτικά μυστικά.

31 Μαΐου 1941 (Σάββατο) Χθες: [...] Η θέση της Αγγλίας στην Κρήτη είναι απελπιστική. Η αντίστασή τους κατέρρευσε. Φυγή! Οι υπόλοιπες δυνάμεις μας ήρθαν σε επαφή με τους αλεξιπτωτιστές στο Ρέθυμνο. Το Ηράκλειο βρίσκεται πλέον τελείως στα χέρια μας. [...] Η πτώση της νήσου δεν πρέπει να αργήσει. Η προπαγάνδα μας λειτουργεί στο φουλ. Επικεντρωνόμαστε στον Τσώρτσιλ που είχε πει ότι θα υπερασπίσει τη νήσο μέχρι της τελευταίας ρανίδας. Δεν του χαριζόμαστε πουθενά. Οι Εγγλέζοι είναι ένοχοι φρικτών ωμοτήτων εις βάρος των αιχμαλωτισμένων ανδρών μας. Ανακοινώνουμε τη δριμύτερη δυνατή αντεκδίκηση.

3 Ιουνίου 1941 (Τρίτη) Χθες: Τι όμορφη ημέρα: Η Κρήτη εκκαθαρίστηκε τελείως από τον εχθρό. Ένδοξα νέα. Τα ανακοινώνουμε τελετουργικά από το ραδιόφωνο. Προκαλούν βαθιά εντύπωση. Οι Εγγλέζοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα εκτός από το να λένε ηλίθιες αερολογίες. Χίλιες υπεκφυγές και δικαιολογίες. Δεν τους λυπόμαστε. Ο Τύπος και το ραδιόφωνο τους σφυροκοπούν χωρίς οίκτο. Γράφω ένα κοφτερό κύριο άρθρο, "Ο δοξασμός της υποχώρησης", πρώτο πράγμα! [...] Τι ωραία ημέρα! Τι μεγαλειώδεις νίκες! Είναι κανείς απόλυτα ευτυχισμένος και χαίρεται που ζει.

4 Ιουνίου 1941 (Τετάρτη) Χθες: [...] Το τέλος έφθασε στην Κρήτη. Οι αριθμοί των απωλειών μας φυσιολογικοί. Η επιχείρηση ικανοποίησε τις προσδοκίες μας. Δεν θα χρειαστεί να αλλάξουμε κάτι όταν ανάλογα εγχειρήματα ανακύψουν στο μέλλον. Θεωρία και πρακτική ταίριαξαν απολύτως.

[...] Η Κρήτη είχε καταθλιπτικές επιπτώσεις στο Λονδίνο. Προβάλλουν τις πλέον ασυνάρτητες δικαιολογίες. Τους κτυπάμε δυναμικά μέσω του Τύπου, αλλά στις ξενόγλωσσες εκπομπές μας προς την Αγγλία ο τόνος μας είναι μετριοπαθής και παραινετικός, για να αποφύγουμε τυχόν σκλήρυνση της στάσης του βρετανικού κοινού. [...]

[...] Κατά τα άλλα, υπάρχει γενική κατάπληξη στο Λονδίνο απέναντι στην επανάσταση της στρατιωτικής τέχνης, τεκμήρια της οποίας επιδείξαμε στην Κρήτη.

7 Ιουνίου 1941 (Σάββατο) Χθες: [...] Η Κρήτη παραμένει στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Ο Αγγλικός Τύπος εξανάγκασε τον Τσώρτσιλ να παραδεχθεί πως οι ισχυρισμοί του ότι τα στρατεύματά μας έφεραν ψεύτικες στολές ήταν ανακριβείς. Και κάποιες από τις ωμότητες κατά των τμημάτων μας διεπράχθησαν από Εγγλέζους και Νεοζηλανδούς στρατιώτες. Προκαλούμε μεγάλο θόρυβο γύρω από αυτό, καθώς οι Εγγλέζοι προσπαθούν να το παίξουν χαμηλά. Ο Χάραλντ μάς έγραψε μια χαρούμενη, εύθυμη επιστολή από την Κρήτη. Τα πήγε καλά.

8 Ιουνίου 1941 (Κυριακή) Χθες: [...] Η Κρήτη εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων, σε ό,τι αφορά τη διεθνή κοινή γνώμη. Κυκλοφόρησε μια ανεπιβεβαίωτη φήμη ότι ο Χέιντουσκ σκοτώθηκε εκεί. Αυτό θα ήταν τρομερό! Είμαι συντετριμμένος και δεν μπορώ να το πιστέψω. Ούτε και κατάφερα να το επιβεβαιώσω. Έτσι, μου απομένει μόνο να ελπίζω.

10 Ιουνίου 1941 (Τρίτη) Χθες: [...] Συγκέντρωσα πλέον πληροφορίες από αρκετές πηγές ότι ο Χέιντουσκ σκοτώθηκε με μια σφαίρα στο κεφάλι κοντά στα Χανιά. Δεν μπορώ να το πιστέψω και δεν θα το πιστέψω. Η αβεβαιότητα με αρρωσταίνει. Αν οι αναφορές είναι ακριβείς, θα είναι ένα φοβερό κτύπημα, και για μένα προσωπικά. Είναι ο πλέον αφοσιωμένος και αξιόπιστος συνεργάτης μου.

[...] Εργάζομαι σαν μέσα σε ένα όνειρο.

Όλη την ημέρα σκέπτομαι τον Χέιντουσκ. Τι απώλεια, τι απώλεια! Οι καλοί φεύγουν, οι κακοί μένουν! Τι σκληρός και άδικος που είναι ο πόλεμος!

16 Ιουνίου 1941 (Δευτέρα) Χθες: [...] Ο Φύρερ μου κάνει έναν απολογισμό της επιχείρησης στην Κρήτη. Η Κρήτη έπρεπε να κατακτηθεί, για να μη διαθέτουν οι Βρετανοί μια αεροπορική βάση κατά της Ιταλίας, καθώς οι Ιταλοί δεν είναι τόσο καρτερικοί όσο ο δικός μας λαός. Και ίσως στριμώξουμε τελικά και την Τουρκία, για να αποκτήσουμε καλύτερη πρόσβαση στην Αίγυπτο. Όπως και να έχει, τώρα κατέχουμε τη νήσο Κρήτη, και οι βαριές θυσίες μας δικαιώνονται. Αλλά, φυσικά, δεν μπορούμε να επαναλάβουμε αυτό το επώδυνο πείραμα σε ό,τι αφορά την Αγγλία.

[...] Έξω από το παράθυρο, η βροχή δέρνει τα τζάμια. Τι φοβερός Ιούνιος ο φετινός!

[Κάθε πρωί ο Γκαίμπελς κατέγραφε τα συμβάντα της προηγούμενης]

Επώδυνες συνέπειες παρά τις φαντασιόπληκτες καυχησιολογίες

Ώς τον Μάιο του 1941, έπειτα από δύο σχεδόν έτη πολέμου, οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές νίκες της Γερμανίας είχαν επιτευχθεί έναντι εξαιρετικά χαμηλού τιμήματος. Οι γερμανικές απώλειες στη Μάχη της Κρήτης προκάλεσαν σοκ στην ανώτατη γερμανική ηγεσία και τον ίδιο τον Χίτλερ προσωπικά, καθώς υπήρξαν βαρύτερες όλων των μέχρι τότε πολεμικών επιχειρήσεων, εάν εξετασθούν σε σχέση με το σύνολο των εμπλεκομένων δυνάμεων, τη σημασία του διακυβεύματος και την έκταση του καταληφθέντος εδάφους. Η εκστρατεία κατά της Πολωνίας, λόγου χάριν, στην οποία πολέμησαν επί ένα μήνα περίπου ένα εκατομμύριο Γερμανοί εναντίον 500.000 Πολωνών κόστισε στους Γερμανούς 16.000 νεκρούς, ενώ άλλοι 5.000 έχασαν τη ζωή τους στην εκστρατεία κατά της Νορβηγίας, όπου αντιπαρατέθηκαν επί δύο μήνες 100.000 Γερμανοί έναντι 50.000 Νορβηγών και 40.000 Συμμάχων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι απώλειες στη Μάχη της Κρήτης υπήρξαν, όχι αναλογικά πλέον αλλά σε απόλυτους αριθμούς, σημαντικά βαρύτερες από το σύνολο των απωλειών όλης της προηγούμενης εκστρατείας κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας: 4.200 νεκροί και 2.600 τραυματίες μέσα σε δέκα ημέρες στην Κρήτη, έναντι 1.750 νεκρών και 3.900 τραυματιών σε έναν μήνα στα Βαλκάνια.

Ειδικά στην περίπτωση των αλεξιπτωτιστών, η αποθέωσή τους υπήρξε και το κύκνειο άσμα τους: 3.100 νεκροί, δηλαδή τουλάχιστον ένας στους τρεις αλεξιπτωτιστές που ερρίφθησαν στην Κρήτη σκοτώθηκε ένας στους δύο κατεγράφη ως απώλεια, αν συνυπολογιστούν και οι 2.000 τραυματίες. Ανάμεσά τους ο διοικητής της αερομεταφερόμενης μεραρχίας, δύο διοικητές συνταγμάτων, πέντε διοικητές και υποδιοικητές ταγμάτων και δεκατρείς διοικητές λόχων. Μετά την Κρήτη, η μεραρχία των Γερμανών αλεξιπτωτιστών είχε ουσιαστικά τεθεί εκτός μάχης και χρειάστηκαν πέντε μήνες εντατικής ανασυγκρότησης στη Γερμανία, προτού βρεθεί ξανά στα πεδία των μαχών.

Παρά τις φαντασιόπληκτες καυχησιολογίες του Γκαίμπελς, στις 4 Ιουνίου 1941, ότι στην επιχείρηση κατά της Κρήτης «θεωρία και πρακτική ταίριαξαν απολύτως» και «δεν θα χρειαστεί να αλλάξουμε κάτι όταν ανάλογα εγχειρήματα ανακύψουν στο μέλλον», ο Χίτλερ δεν άργησε να προσγειώσει τον ενθουσιώδη συνεργάτη του δύο εβδομάδες αργότερα μιλώντας για «βαριές θυσίες» και για «επώδυνο πείραμα» που δεν μπορεί να επαναληφθεί αλλά και να κόψει τα φτερά τού επικεφαλής των αλεξιπτωτιστών πτέραρχου Κουρτ Στούντεντ, στον οποίο, μετά την παρασημοφορία του έναν μήνα αργότερα, δεν παρέλειψε να αποφανθεί: «Η Κρήτη απέδειξε ότι η εποχή των αλεξιπτωτιστών τελείωσε. Η χρήση τους απαιτεί τον αιφνιδιασμό, ο οποίος δεν είναι πλέον εφικτός».

«Για μένα, τον επικεφαλής των γερμανικών αερομεταφερομένων δυνάμεων», έκανε αργότερα τον απολογισμό του ο ίδιος ο Στούντεντ, «και μόνο το όνομα της Κρήτης διεγείρει πικρές αναμνήσεις. Έσφαλα όταν πρότεινα την επιχείρηση και το λάθος μου, όχι μόνο κόστισε την απώλεια τόσων πολλών αλεξιπτωτιστών που τους είχα σαν γιους μου αλλά μακροπρόθεσμα οδήγησε στην ανυπαρξία συνολικά το γερμανικό αερομεταφερόμενο όπλο που είχα δημιουργήσει».

Πράγματι, παρά τις ελπίδες του Στούντεντ, ουδέποτε πλέον οι Γερμανοί εκμεταλλεύθηκαν τους αλεξιπτωτιστές ως ιδιαίτερα στρατηγικό όπλο, αλλά αρκέστηκαν να τους χρησιμοποιούν ως επίλεκτη μονάδα καταδρομών. Και αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι, οι οποίοι δεν είχαν αρχικά αναπτύξει το σώμα αυτό όσο οι Γερμανοί, όχι μόνον δεν κατέληξαν στα ίδια με τον Χίτλερ απαγορευτικά συμπεράσματα αλλά, αντλώντας τα ορθά διδάγματα από τη Μάχη της Κρήτης, χρησιμοποίησαν αργότερα με επιτυχία το στρατηγικό πλεονέκτημα των αερομεταφερομένων στρατευμάτων, ιδιαίτερα στη Σικελία, την απόβαση της Νορμανδίας και την απελευθέρωση των Κάτω Χωρών.

Πηγή: εφημερίδα "Tα Νέα" :Επιλογή - μετάφραση: Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, ιστορικός Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Διαβάστηκε 1319 φορές