Χανιά - Μινωική εποχή

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Φαίνεται ότι στη Δυτική Κρήτη η κατοίκηση ήταν εκτεταμένη ήδη από τη νεολιθική εποχή, γεγονός που συνεχίστηκε και στα μινωικά χρόνια. Σε αυτό συνετέλεσε το εύφορο έδαφος και τα ασφαλή της αγκυροβόλια. Αλλά ο ορεινός και δασώδης χαρακτήρας της ίσως δεν της επέτρεψε να αναπτυχθεί με τον ίδιο ρυθμό όπως το κεντρικό τμήμα του νησιού.

minoiki

Η πρωτομινωική περίοδος (2800 - 2100 π.Χ.) αρχίζει με αισθητή την ανθρώπινη επέμβαση στο περιβάλλον. Τώρα φθάνουν στο νησί νέα φυλετικά στοιχεία που ενισχύουν τον προϋπάρχοντα πληθυσμό. Η άφιξή τους σε συνδυασμό με την ίδρυση οικισμών σε ορεινά και δυσπρόσιτα μέρη, όπως η Ντέμπλα Βαρυπέτρου και την έντονη ανθρώπινη παρουσία σε σπήλαια, όπως στα Κεραμειά, γεννά πολλά ερωτηματικά σχετικά με το ειρηνικό κλίμα της εποχής. Εξαπλώνεται η χρήση και η επεξεργασία του οψιανού και μπορεί κανείς να μιλήσει για στενές σχέσεις με τις Κυκλάδες όπου παράλληλα είχε αρχίσει η εξέλιξη του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, όπως συμπεραίνεται από την κεραμική και την ταφική αρχιτεκτονική. Στην κοιλάδα των Νέων Ρουμάτων, μακριά από τη θάλασσα, αποκαλύφθηκε τυχαία (το 1980), ένας σημαντικός πρωτομινωικός τάφος που θυμίζει πολύ τους σύγχρονούς του κυκλαδικούς. Είναι μικρών διαστάσεων, θολωτός, χτισμένος με ποταμίσιες πέτρες και περιείχε ένα νεκρό σε πολύ συνεσταλμένη στάση και δύο αγγεία ως κτερίσματα. Αποτελεί καινούργιο στοιχείο για την πρωτομινωική ταφική αρχιτεκτονική, γιατί οι έως τώρα γνωστοί στην Κρήτη τάφοι είναι μεγαλύτερων διαστάσεων, με πιο αντιπροσωπευτικούς τους μεγάλους κυκλικούς της Μεσαράς, όπου φαίνεται ότι θάβονται τα μέλη ενός ολόκληρου γένους.

Ίχνη από πρωτομινωικές εγκαταστάσεις εντοπίστηκαν σε διάφορα υψώματα γύρω από την κοιλάδα των Νέων Ρουμάτων, αλλά ο μέχρι στιγμής πρωιμότερος ανασκαμμένος μινωικός οικισμός βρίσκεται στο λόφο Ντέμπλα Βαρυπέτρου, σε υψόμετρο 542 μέτρων. Το 1971 εντοπίστηκαν τρία σπίτια και τμήμα ενός τέταρτου. Πρόκειται για μονόχωρες κατασκευές, οι τρεις τετράπλευρες και η τέταρτη τριγωνική. Βρέθηκαν ίχνη στέγης που ήταν κατασκευασμένη από κλαδιά και πηλό, καθώς και πήλινα αγγεία διαφόρων τύπων, ανάμεσα στα οποία ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η άβαφη πρόχους (κανάτα). Ανασκάφτηκε μόνο το ένα κτίσμα με λίθινο θεμέλιο και τοίχους από φθαρτά υλικά. Μπροστά στην είσοδο είχε διαμορφωθεί ελεύθερος χώρος από πατημένα βότσαλα και όστρακα. Η αρχιτεκτονική και η μελέτη των λεπίδων, των φολίδων και των απολεπισμάτων οψιανού δείχνουν πληθυσμό μάλλον ομαδικό παρά γεωργικό, ενώ η κεραμική παρουσιάζει ομοιότητες με την κεντρική Κρήτη, την ηπειρωτική Ελλάδα, τις Κυκλάδες (Γκρόττα Νάξου) ακόμη και τη Χίο.

Ένας τρίτος σημαντικός οικισμός πρέπει να υπήρχε κοντά στο χωριό Σκουραχλάδα Κεραμειών, σύμφωνα με τα άφθονα ευρήματα που προέρχονται από τα σπήλαια της περιοχής. Σε αυτά συγκαταλέγονται αξιόλογα πήλινα σκεύη, ορισμένα από τα οποία δείχνουν στενή σχέση με τις Κυκλάδες, όπως η απομίμηση και η εγχάρακτη διακόσμηση. Ο πρωτομινωικός οικισμός της Σκουραχλάδας μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα κύρια κέντρα ανάπτυξης και διάδοσης του εγχάρακτου ρυθμού στο νησί.

Ένας ακόμη πρωτομινωικός οικισμός που συνεχίζει να κατοικείται και κατά τη μεσομινωική περίοδο έχει εντοπιστεί στο παραλιακό ύψωμα Ψαθί της κοινότητας Γαλατά Κυδωνίας. Μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 80΄ οι γνώσεις μας για την ύπαρξη μινωικών αρχαιοτήτων στην περιοχή της Κισάμου ήταν ελάχιστες, ενώ οι αντίστοιχες ανασκαφικές έρευνες ανύπαρκτες. Ο μινωικός οικισμός στα Νοπήγεια Κισάμου άρχισε να έρχεται στο φως μόλις το 1983. Βρίσκεται στα βόρεια άκρη του παραλιακού υψώματος Τρουλιά, σε ελάχιστη απόσταση από τη θάλασσα κατά την αρχαιότητα και ιδρύθηκε στην ΠΜ ΠΑ περίοδο. Στην ίδια θέση ήκμασε και οικισμός των κλασικών χρόνων που επέζησε έως τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Δυτικότερα, σε παραλιακό επίσης λόφο, εντοπίστηκε ο οικισμός στη θέση Βιγλιά Καλυβιανής, που επίσης ιδρύθηκε στα πρωτομινωικά χρόνια. Ένας άλλος οικισμός της ίδιας περιόδου εντοπίστηκε στη βορειοδυτική άκρη του νησιού, στην περιοχή της Φαλάσαρνας, σε παραλιακή θέση νοτιότερα της κλασικής πόλης. Επίσης κάτω από τα ερείπια της ρωμαϊκής πόλης Κισάμου (δηλαδή το σημερινό Καστέλλι), άρχισαν από το 1989 να παρουσιάζονται ψιθυριστά θα 'λεγε κανείς, τα πρώτα μινωικά όστρακα, από τα οποία τα παλαιότερα ανήκουν κι εδώ στην πρωτομινωική εποχή. Μέχρι τις πρόσφατες αυτές αποκαλύψεις, η μοναδική μινωική μαρτυρία για την πόλη της Κισάμου προερχόταν από υστερομινωικό ψευδόστομο αμφορίσκο, που είχε βρεθεί στην περιοχή της παλιάς μητρόπολης.

Συστηματική επιφανειακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια στην επαρχία Σφακίων, από μέλη της Καναδικής Αρχαιολογικής Σχολής σε συνεργασία με την Τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων, έχει δείξει ότι αυτή η ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή δεν ήταν αποκομμένη από τον πολιτισμό ήδη από την έναρξη της ΠΜ περιόδου (Ανώπολη, Αράδενα, Ασκύφου). Οπωσδήποτε όμως οι προϊστορικοί κάτοικοί της έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στις παραλιακές θέσεις (Αγία Ρουμέλη, Λουτρό, Φραγκοκάστελλο). Τα ευρήματα που προέρχονται από τις θέσεις αυτές είναι κυρίως κεραμική και οψιανοί που υποδηλώνουν επαφές με τη βορειοδυτική ακτή της Κρήτης. Ίχνη κατοίκησης ήδη από το τέλος της νεολιθικής περιόδου εντοπίστηκαν και στις Μαδάρες, κοντά σε μιτάτα (ποιμενικές εγκαταστάσεις) και πηγές νερού.

Απρόβλεπτος πρωτομινωικός σταθμός έχει υποδειχθεί και στο ακατοίκητο νησάκι της Γαυδοπούλας. Πρωτομινωική κεραμική αναφέρεται και από το νησί της Γαύδου, το οποίο σύμφωνα με το λυρικό ποιητή Καλλίμαχο ταυτίζεται με τη μυθική Ωγυγία, το νησί της Καλυψούς. Φαίνεται ότι πρωτοκατοικήθηκε στη νεολιθική εποχή και συνέχισε να κατοικείται έως τα χριστιανικά χρόνια. Η έλλειψη πληροφοριών κατά το παρελθόν για προϊστορικές θέσεις σε περιοχές της επαρχίας Σελίνου ήταν εντελώς συμπτωματικό γεγονός, οφειλόμενο κυρίως στην απουσία συστηματικής έρευνας. Εντελώς πρόσφατα μινωική κεραμική εντοπίστηκε στα χωριά Καμπανός, Σούγια (Βόθωνας) και στη Λισό.

Παραλιακός είναι τέλος και ο σημαντικότερος πρωτομινωικός οικισμός του νομού που ανασκάπτεται μέσα στην πόλη των Χανίων, με κέντρο του το λόφο Καστέλλι. Μεγάλα σπίτια με καλοχτισμένα δωμάτια, φροντισμένα δάπεδα με κυκλικά κοιλώματα-εστίες, τοίχοι επιχρισμένοι με βαθύ κόκκινο κονίαμα, κανονικά θυρώματα και κεραμικά προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας δείχνουν ότι πρόκειται για ένα σπουδαίο πρωτομινωικό κέντρο. Ο οικισμός αυτός είναι ο σημαντικότερος της Δυτικής Κρήτης. Η θέση του είναι ιδανική, γιατί όχι μόνο γειτονεύει με τη θάλασσα, αλλά περιβάλλεται και από τον πλούσιο χανιώτικο κάμπο, πληρώντας έτσι όλες τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη τόσο της γεωργίας όσο και της αλιείας και του θαλάσσιου εμπορίου. Αυτό επιβεβαίωσαν οι εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες που άρχισαν το 1964 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, πάντα με πολλές δυσκολίες, περιορισμένες στους λίγους ελεύθερους χώρους της πυκνοκατοικημένης περιοχής. Ο λόφος κατοικήθηκε αδιάκοπα από τα πρωτομινωικά χρόνια μέχρι τις μέρες μας, με αποτέλεσμα τα ανασκαφικά στρώματα να είναι πάρα πολλά και συχνά πολύ λεπτά σε πάχος, γεγονός που δημιουργεί ανυπέρβλητες δυσκολίες στη χρονολόγηση και την ταύτισή τους, έτσι ώστε οι ανασκαφές στο χώρο αυτό να θεωρούνται από τις δυσκολότερες στο είδος τους.

Κατά την επόμενη μεσομινωική περίοδο (α΄ μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.), ο οικισμός των Χανίων αναπτύσσεται σε δυναμικό κέντρο. Είναι η περίοδος κατά την οποία εμφανίζονται στην Κρήτη οι πρώτες ανακτορικές εγκαταστάσεις. Ενώ η οικονομία παραμένει γεωργική, παράλληλα αναπτύσσεται το εμπόριο και η ναυτιλία. Δημιουργούνται εμπορικοί σταθμοί έξω από το νησί και ιδρύονται αποικίες. Μια τέτοια συνδέει την Κρήτη με το κοντινό νησί των Κυθήρων. Χαρακτηριστική είναι η ομοιότητα της κεραμικής από το Καστέλλι Χανίων και το Καστρί Κυθήρων. Το χανιώτικο κεραμικό εργαστήριο παράγει προϊόντα που ακολουθούν τους ρυθμούς της κεντρικής Κρήτης (σκοτεινόν επί ανοικτού, ανοικτόν επί σκοτεινού, τραχωτό ρυθμό, καμαραϊκό ρυθμό), ενώ δεν λείπουν και οι εισαγωγές κεραμικών από την υπόλοιπη Κρήτη. Δυστυχώς, οι μεσομινωικές οικοδομικές φάσεις του οικισμού του Καστελλιού έχουν αφανιστεί από την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα στις αμέσως επόμενες περιόδους και είναι πολύ λίγα τα λείψανα που σώζονται. Κτιριακά λείψανα τόσο των πρωτομινωικών όσο και των μεσομινωικών χρόνων που έχουν εντοπιστεί σε διάφορα σημεία στο σημερινό κέντρο της πόλης των Χανίων (περιοχή Δημοτικής Αγοράς και ανατολικότερα), ίσως υποδηλώνουν μια σπονδυλωτή διάρθρωση του προϊστορικού οικισμού, ενώ κέντρο του παραμένει πάντα ο λόφος στο Παλιό Λιμάνι.

Προς το τέλος της μεσομινωικής περιόδου, στο χώρο του σημερινού χωριού Νεροκούρου, λίγο έξω από τα Χανιά και κοντά στη Σούδα, ιδρύεται εκτεταμένος οικισμός, συγκροτημένος κατά γειτονιές. Το σπίτι που σώζεται σε καλύτερη κατάσταση παρουσιάζει πολύ προσεγμένη αρχιτεκτονική, που ακολουθεί τα ανακτορικά πρότυπα με πλακόστρωτα δάπεδα, πολύθυρο και όροφο. Η πρακτική αυτή συνηθίζεται και στην επόμενη περίοδο (υστερομινωική Ι), σε οικισμούς-δορυφόρους των ανακτόρων. Η θέση του οικισμού Νεροκούρου, πάνω στον οδικό και το θαλάσσιο δρόμο επικοινωνίας των Χανίων με την υπόλοιπη Κρήτη, μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντική παράμετρος για την ανάπτυξή του.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εκτός από τον πρωτομινωικό υπήρχε και μεσομινωικός οικισμός στο παραλιακό ύψωμα Ψαθί της κοινότητας Γαλατά Κυδωνίας. Μαρτυρίες για την ίδια εποχή έχουν προκύψει από πρόσφατη επιφανειακή έρευνα σε αγροτική περιοχή του κοντινού Σταλού.

Στην Κίσαμο η ζωή συνεχίζεται κατά τη μεσομινωική περίοδο στους οικισμούς των Νοπηγείων, της Καλυβιανής, του Καστελλιού και της Φαλάσαρνας. Στα Νοπήγεια έχουν αποκαλυφθεί τα θεμέλια οικιών διαφόρων φάσεων της περιόδου με αντίστοιχα κινητά ευρήματα, κυρίως κεραμική. Σημαντικός οικισμός φαίνεται ότι εκτείνεται ανατολικότερα, στο δίκορφο ύψωμα της Αγίας Βαρβάρας κοντά στα Νοχιά, ο οποίος παραμένει ανεξερεύνητος. Αρχαιολογικές μαρτυρίες υπάρχουν και για την περιοχή της Καλυδωνίας και Ραβδούχα, ενώ εντελώς πρόσφατα εντοπίστηκε κατοίκηση και στο ακρωτήριο Σπάθα, στη βόρεια άκρη της χερσονήσου Ροδωπού, όπου πολύ αργότερα ήκμασε το Δικτύνναιο ιερό. Αφθονα είναι τα ευρήματα και από διάφορα σπήλαια του νομού, όπως αυτό του Μαμελούκου στα Περιβόλια Κυδωνίας και των Κεραμειών. Στο μικρό αυτό οροπέδιο φαίνεται επίσης ότι η σημερινή διάρθρωση κατά γειτονιές ακολουθεί το ίδιο πρότυπο από τη μινωική εποχή.

Τα περισσότερα μινωικά ευρήματα στο νομό χρονολογούνται στην υστερομινωική περίοδο, δηλαδή στο β΄ μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Την ακμή των χρόνων αυτών μπορεί κανείς να παρακολουθήσει στον οικισμό του Καστελλιού Χανίων, που ίσως αυτή την περίοδο έχει το χαρακτήρα ανακτορικής εγκατάστασης. Στην πρώτη φάση της περιόδου, στην ΥΜ Ι (1550-1450 π.Χ.), η Κρήτη βρίσκεται στο απόγειο της ευημερίας της. Η εποχή χαρακτηρίζεται από υπερπόντια δράση, θρησκευτική ζέση, ίδρυση δευτερευόντων κέντρων και παραγωγή έργων τέχνης. Η πόλη των Χανίων παρουσιάζει οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο κατά τετράγωνα, με επιμελημένες κατασκευές και πλούσιες κατοικίες με "ανακτορικά" αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως συνηθίζεται την εποχή αυτή και στην υπόλοιπη Κρήτη: πολύθυρα, φωταγωγοί, ιδιαίτερα φροντισμένες προσόψεις, αποχετευτικό σύστημα. Ορισμένα από τα στοιχεία αυτά εγκαταλείπονται στις επόμενες φάσεις. Τα κτίρια διαθέτουν αρκετά δωμάτια, ορισμένα πλακοστρωμένα, και δεύτερο όροφο. Την καλύτερη εικόνα μάς δίνει η κοινή ελληνοσουηδική ανασκαφή στην πλατεία Αγίας Αικατερίνης. Σε έκταση 550 τ.μ. και σε βάθος 2 μ. έχουν αποκαλυφθεί τμήματα δύο δρόμων, μιας πλατείας και τεσσάρων οικιών, από τις οποίες έχουμε ολόκληρη την κάτοψη της μίας. Καλύπτει 220 τ.μ. και είχε δεύτερο όροφο, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου ήταν ακάλυπτος χώρος. Ανάμεσα στους χώρους που ανασκάφηκαν, ξεχωρίζουν αποθήκες, αίθουσες διαμονής, διπλό κλιμακοστάσιο, διάδρομοι, κουζίνα με εστία και αργαλειό, όπως δείχνουν τα άφθονα υφαντικά βάρη που βρέθηκαν εκεί. Η εγκατάσταση καταστράφηκε ξαφνικά το 1450 π.Χ. από μεγάλη πυρκαγιά, σφραγίζοντας έτσι τα πιο εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά λείψανα στο Καστέλλι.

Όμοιες καταστροφές σημειώνονται ταυτόχρονα και σε πολλά άλλα κέντρα του νησιού, που αποδίδονται από τους περισσότερους επιστήμονες σε εχθροπραξίες. Στην ίδια περίοδο ανήκουν 100 περίπου θραύσματα από πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Α γραφής, που διατηρήθηκαν εξαιτίας του τυχαίου ψησίματός τους κατά την πυρκαγιά και υποδηλώνουν την ύπαρξη ανακτόρου στη γύρω περιοχή. Περιέχουν καταγραφές γεωργικών προϊόντων και απογραφές ατόμων ή ζώων, όπως συμπεραίνεται από συγκριτική μελέτη με πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής. Μαζί με ένα μεγάλο αριθμό πήλινων σφραγισμάτων και δισκίων μαρτυρούν τη λειτουργίας ενός εξελιγμένου συστήματος διοικητικής οργάνωσης που είχε σχέση με τη συγκεντρωτική οικονομία του οικισμού.

Στη μεταβατική περίοδο από την υστερομινωική Ι στην ΙΙ χρονολογείται το μοναδικό πήλινο σφράγισμα, γνωστό ως Master Impression, ένα από τα σημαντικότερα μινωικά ευρήματα του αιώνα μας. Εικονίζει σε βραχώδες παραθαλάσσιο τοπίο, ένα πολυώροφο συγκρότημα (πόλη ή ιερό ή ανάκτορο) που επιστέφεται με κέρατα καθοσιώσεως. Στην κορυφή, ανδρική μορφή (θεός ή ηγεμόνας) στέκεται σε δεσποτική στάση. Μπροστά στην παράσταση δηλώνεται η θάλασσα (διαστάσεις 0,027 x 0,02 μ.).

Πριν προχωρήσουμε στην επόμενη φάση της υστερομινωικής περιόδου, θα σταθούμε για λίγο σε ένα ξεχωριστό εύρημα. Κατά τις ανασκαφές του 1989, στις νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου Καστέλλι, στη συνοικία Σπλάντζια, αποκαλύφθηκε ένα υπόγειο άδυτο, ή όπως συνηθίζεται να λέμε μια δεξαμενή καθαρμών. Είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται τέτοιος χώρος στη Δυτική Κρήτη, γεγονός απρόσμενο αλλά όχι και αφύσικο, αφού το άδυτο αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα τις μινωικής ανακτορικής αρχιτεκτονικής των νεοανακτορικών χρόνων. Τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι κατασκευάστηκε στα μεταβατικά χρόνια από τη μεσομινωική στην υστερομινωική περίοδο. Ο πεσσός και οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες μέχρι το πλακόστρωτο δάπεδο. Τα θέματά τους είναι μίμηση ορθομαρμάρωσης χαμηλά και ζωφόρος με τρέχουσα σπείρα ψηλότερα, διάκοσμος όμοιος με του αδύτου στην ανατολική πτέρυγα του ανάκτορου της Κνωσού. Οι τοίχοι έχουν διατηρηθεί έως το ύψος των 0,70 μ. και όλος ο χώρος ήταν γεμάτος από τα συντρίμμια της ανωδομής. Η διατήρηση μέχρι αυτό το ύψος ήταν πράγματι εντελώς ανέλπιστη, στην καρδιά της πυκνοκατοικημένης σημερινής πόλης. Ο ανατολικός τοίχος είναι χαμηλός και επιτρέπει την απρόσκοπτη θέα προς το εσωτερικό του χώρου από τον ισόγειο πλακόστρωτο διάδρομο που βρίσκεται εδώ. Ανατολικότερα, διαμορφώνεται μεγάλος πλακόστρωτος χώρος με πολύθυρα. Η αρχιτεκτονική αυτή διάταξη ίσως έχει σχέση με τα δρώμενα μέσα στο άδυτο και την εξασφάλιση της δυνατότητα προσέγγισης ή αποκλεισμού των θεατών. Κατά την υστερομινωική ΙΑ περίοδο ο χώρος έγινε ισόγειο και στην ΙΒ είχε πλέον αχρηστευθεί. Μετά την καταστροφή του 1450, στην υστερομινωική ΙΙ περίοδο, ορισμένα τμήματα των παλαιότερων κτιρίων του οικισμού ξαναχρησιμοποιούνται, με ή χωρίς μετατροπές. Τα σύγχρονά τους κινητά ευρήματα δείχνουν σχετική ευμάρεια (κνωσιακός και ντόπιος ανακτορικός ρυθμός, εφυραϊκές κύλικες).

Κατά την υστερομινωική ΙΙΙ περίοδο (1400-1100 π.Χ.) η πόλη των Χανίων (σε τέσσερις οικοδομικές φάσεις: ΙΙΙ Α2, ΙΙΙ Β1, ΙΙΙ Β2 και ΙΙΙ Γ1) αλλά και όλος ο νομός παρουσιάζουν εντυπωσιακή ευημερία, ειδικά το 14ο και το 13ο αιώνα π.Χ. Παρ' όλα αυτά σε πρόσφατη έρευνα γίνεται λόγος για μείωση του αριθμού των οικισμών στην περιοχή των Χανίων κατά τα χρόνια αυτά. Τα Χανιά εξελίσσονται σε ένα πολύ σημαντικό κέντρο με μυκηναϊκές, κυπριακές, συροφοινικικές, ιταλικές και αιγυπτιακές εισαγωγές. Στενές είναι οι σχέσεις τους με την Αργολίδα και τη Βοιωτία. Η έντονη μυκηναϊκή παρουσία στην Κρήτη των χρόνων αυτών, που στη Δυτική Κρήτη παρουσιάζεται εντονότερη, εκδηλώνεται στην αρχιτεκτονική, την κεραμική και τη μικροτεχνία. Το τοπικό κεραμικό εργαστήριο των Χανίων, γνωστό ως εργαστήριο της Κυδωνίας, αναδεικνύεται ως ένα από τα σπουδαιότερα στο νησί. Προϊόντα που ξεχωρίζουν για την εξαιρετική ποιότητα του πηλού και του αλειφώματος, βρέθηκαν στο Ρέθυμνο, την Κνωσσό, την ανατολική Κρήτη, την Πάτρα, ακόμα και στην Κύπρο και τη Σαρδηνία.

Η περιοχή των Χανίων φαίνεται ότι υπήρξε το κέντρο ενός σημαντικού υπερπόντιου εμπορικού δικτύου στην ΥΜ ΙΙΙ περίοδο, όπως συμπεραίνεται από τη μελέτη ενός ειδικού τύπου αγγείου, του ενεπίγραφου ψευδόστομου αμφορέα, που χρησίμευε για τη μεταφορά υγρών. Αγγεία αυτού του τύπου έχουν βρεθεί εκτός από τα Χανιά και στο Ρέθυμνο, την Κνωσό, τη Θήβα, τον Ορχομενό, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα. Ένα είδος χειροποίητης και τροχήλατης στιλβωτής κεραμικής, γνωστής ως barbarian and grey ware, δεν λείπει και από τα Χανιά. Ορισμένοι τη συνδέουν με την Ιταλία, ενώ άλλοι με την Τρωάδα, τα Κεντρικά Βαλκάνια, και την Ήπειρο. Οι χημικές αναλύσεις έδειξαν ότι τα χανιώτικα προϊόντα ήταν τοπικής παραγωγής.

Εξαιρετικά σημαντικό γεγονός για την ιστορία της πόλης των Χανίων υπήρξε, κατά τη διάρκεια της ελληνοσουηδικής ανασκαφής το καλοκαίρι του 1989 και 1990, η ανεύρεση των πρώτων πινακίδων με Γραμμική Β γραφή, που χρονολογούνται στο 1300 π.Χ. (ΥΜ ΙΙΙ Β1). Μέχρι τότε τέτοιες πινακίδες είχαν βρεθεί μόνο στα ανάκτορα της Κνωσού, της Πύλου, των Μυκηνών, της Τίρυνθας και των Θηβών. Οι πινακίδες των Χανίων υποδηλώνουν συγκεντρωτική διοικητική οργάνωση και πιθανόν ανακτορική εγκατάσταση. Στις πινακίδες αναφέρονται οι θεοί Δίας και Διόνυσος, ιερό του Δία, κύρια ανδρικά ονόματα σε σχέση με πόλεις της Κρήτης και δέκα ζεύγη τροχών. Η αναφορά στο όνομα του Διόνυσου αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο για τη λατρεία του θεού ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, όπως συμβαίνει και με άλλες θεότητες του Ολυμπίου Πανθέου, και όχι την εισαγωγή της κατά την αρχαϊκή περίοδο.

Στην περιοχή του Αποκορώνου, κοντά στο χωριό Στύλος, ακμάζει ένας επίσης σημαντικός οικισμός, ίσως ο δεύτερος σε σπουδαιότητα στο νόμο, που σχετίζεται με τη μινωική πόλη Απτάρα. Η ίδρυσή του τοποθετείται στα πρωτομινωικά χρόνια και η εγκατάλειψή του στην υστερομινωική ΙΙΙ Γ περίοδο. Σημαντικό εύρημα είναι η κεραμική κάμινος της υστερομινωικής ΙΙΙ περιόδου. Σώζεται σε ύψος 0,70 μ., και έχει εξωτερική διάμετρο 2,30 μ. και πλακόστρωτο δάπεδο.

Κοντά στο Στύλο, σε υψόμετρο 390 μ., βρίσκεται ο μινωικός οικισμός του Σαμωνά που παρουσιάζει ομοιότητες με τα σημερινά κρητικά χωριά, οργανωμένος κατά γειτονιές. Από τα μέχρι τώρα ανασκαμμένα σπίτια του μεγάρου, ένα ήταν διώροφο με βεράντα και πλακόστρωτη αυλή. Στις αποθήκες του ισογείου βρέθηκαν επτά πιθάρια.

Στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου, κοντά στο χωριό Στέρνες, ανασκάφηκε το 1972 τμήμα αγροικίας της υστερομινωικής ΙΙΙ Β περιόδου (13ος αι. π.Χ.) όπου βρέθηκαν υπολείμματα φούρνου που περιείχε καμένα σύκα. Τμήμα παρόμοιας αγροικίας παλαιότερης κατά έναν αιώνα ανασκάφηκε εντελώς πρόσφατα κοντά στο χωριό Μόδι Κυδωνίας. Στο χωριό Νεροκούρου σωστικές ανασκαφές απέδειξαν ότι ο οικισμός συνεχίζει να κατοικείται και αυτή την περίοδο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους οικισμούς της Κισάμου που αναφέραμε προηγουμένως. Η αύξηση της κεραμικής που παρατηρείται στα σπήλαια της περιοχής των Κεραμειών κατά την ΥΜ ΙΙΙ Β περίοδο, ίσως φανερώνει την ανάγκη καταφυγής στο ορεινό εσωτερικό του νομού σε ορισμένες δύσκολες στιγμές.

Αρκετοί τάφοι των υστερομινωικών ΙΙΙ χρόνων είναι διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία του νομού. Έχουν αποκαλυφθεί τρεις θολωτοί τάφοι τοπαρχών, ένας στο Μάλεμε, ένας στη Φυλακή, και ένας στο Στύλο. Οι δυο πρώτοι έχουν ασυνήθιστο τετράγωνο θάλαμο, ενώ ο τρίτος του Στύλου, το συνηθισμένο κυκλικό. Ο τάφος του Μάλεμε έχει το μακρύτερο δρόμο, μήκους 13,80 μ. με λιθόκτιστα τοιχώματα και ιδιόρρυθμη επιμέρους διαμόρφωση. Και οι τρεις βρέθηκαν συλημένοι. Μόνο στον τάφο της Φυλακής διασώθηκαν τυχαία μικρά και πολύτιμα κοσμήματα και άλλα κτερίσματα, όπως χρυσό περιδέραιο, σφηκωτήρας, σφραγιδόλιθοι, χάντρες από ημιπολύτιμες πέτρες και δακτυλίδια, από τα οποία τα δύο είναι λίθινα με σφραγίδα στη σφενδόνη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν πλακίδια από κόκαλο ιπποπόταμου που κοσμούσαν ξύλινο κιβώτιο και φέρουν ανάγλυφη διακόσμηση προτομών κρανοφόρων πολεμιστών, σφιγγών, οκτώσχημων ασπίδων κ.ά. Υπόγειοι θαλαμωτοί τάφοι της ίδιας περιόδου έχουν βρεθεί μέσα στην πόλη των Χανίων σε διάφορα σημεία ανατολικά του κέντρου και κυρίως στην περιοχή των Δικαστηρίων, καθώς και στην περιοχή της Αγίας Κυριακής Χαλέπας, κοντά σε μια παραλιακή εγκατάσταση. Από τάφο στη συνοικία Κουμπέ Χανίων προέρχεται πήλινη λουτηροειδής λάρνακα με διακόσμηση χταποδιών. Είναι η δεύτερη λάρνακα που έχει βρεθεί στο νομό. Η πρώτη προέρχεται από τα Δράμια Αποκορώνου.

Όμοιοι τάφοι έχουν ανασκαφεί και στην περιοχή της Απτάρας, γνωστοί στη βιβλιογραφία ως τάφοι Καλαμίου και Σούδας. Από αυτούς προέρχεται μυκηναϊκός κρατήρας με νεκρική πομπή, καθώς και η περίφημη πυξίδα του εργαστηρίου της Κυδωνίας με την παράσταση του κιθαρωδού. Ο κιθαρωδός, ανάμεσα σε πουλιά, ιερά τέρατα και διπλούς πελέκεις, έχει ερμηνευτεί ως Απόλλων ή Ορφέας, αλλά και ως απλός αοιδός ή ιερέας.

Ξαφνικά, μέσα στην υστερομινωική ΙΙΙ Γ περίοδο (12ος αι. π.Χ.), οι περισσότεροι οικισμοί των Χανίων εγκαταλείπονται, όπως και στην υπόλοιπη Κρήτη. Αυτό είναι βεβαιωμένο τουλάχιστον για τους δύο σπουδαιότερους, την πόλη των Χανίων και το Στύλο. Σιγούν όμως και τα Νοπήγεια, ενώ ο οικισμός των Γριμπιλιανών, στο ύψωμα της Αγίας Ειρήνης κοντά στο Κολυμπάρι, που φαίνεται ότι ακμάζει αυτή την εποχή, δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς εγκαταλείπεται, οπωσδήποτε όμως πριν από το τέλος της περιόδου. Τα αίτια της εγκατάλειψης δεν είναι γνωστά. Οι διάφορες εικασίες στρέφονται γύρω από την εσωτερική αποδυνάμωση και παρακμή του μινωικού πολιτισμού σε συνδυασμό με γενικότερες ανακατατάξεις σε όλη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου, με την εμφάνιση των λαών της θάλασσας και την καταστροφή του Χεττιτικού κράτους. Αξίζει να τονιστεί ότι τουλάχιστον η πόλη των Χανίων δεν καταστρέφεται αλλά εγκαταλείπεται. Αυτό δηλώνουν τα σχεδόν άδεια δωμάτια και η παντελής απουσία ενδείξεων καταστροφής.

Της Μαρίας Ανδρεαδάκη Βλαζάκη: "Ο Νομός Χανίων μέσα από τα μνημεία του"

Διαβάστηκε 1487 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Χανιά - Γεωμετρική εποχή