Η οδός Ελ. Βενιζέλου, ο δρόμος της Χαλέπας όπως ήταν παλιότερα γνωστός, είναι ένας από τους οδικούς άξονες που προϋπήρχαν αιώνες πριν δημιουργηθεί η νέα πόλη. Την Ενετοκρατία ένωνε τα Χανιά με το Ακρωτήρι και τη Χαλέπα, η σημασία του όμως μεγάλωσε την ύστερη περίοδο της Τουρκοκρατίας, με την ανάπτυξη της Χαλέπας και των ενδιάμεσων συνοικιών.

odelven

Θα ασχοληθούμε με το τμήμα της που αντιστοιχεί στο Κουμ-Καπί, μέχρι τη διασταύρωση στου Μπόλαρη, δηλαδή την οδό Ηρώων Πολυτεχνείου.

Η κ. Αιμιλία Κλάδου Μπλέτσα στο Βιβλίο της «Τα Χανιά έξω από τα τείχη», ασχολείται με τα νεοκλασικά κτήρια του ανατολικού της τμήματος δηλαδή τα σπίτια των καθηγητών Λαντράκη (σημερινή ιδιοκτησία Στέλιου Ρενιέρη), του Φίλιππου Ντόκου (σημερινή ιδιοκτησία Νικ. Χαβρεδάκη) και του Κώστα Μανουσάκη. Υπάρχουν επίσης αναφορές και φωτογραφίες συγκροτημάτων σπιτιών, όπως τα σπίτια του Κασιμάτη και η ογκώδης νεοκλασική πολυκατοικία που στέγαζε παλιότερα το καφενείο «Παλλάς», απέναντι από το καφενείο του Λουκά Μαρινάκη. Το σπίτι του Μανουσάκη (ανήκει στον κ. Μανούσο Μανουσάκη, γιο του Κώστα, και στέγασε και το γερμανικό προξενείο για κάποια χρόνια) ήταν τούρκικο αρχοντικό που αναπλάστηκε σε καθαρό νεοκλασικό ρυθμό τη δεκαετία του 1920.

Αλλο σημαντικό κτήριο που ανήκει στην όψιμη τουρκοκρατία, ήταν και το αρχοντικό που στέγασε το αρχηγείο της Κρητικής χωροφυλακής την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας. Το ογκώδες διώροφο οίκημα, που διατηρείται και σήμερα απέναντι από το φούρνο Δρανδάκη, το θυμόμαστε σαν κατοικία του παλιού γυμνασιάρχη Σεργεντάνη. Τη δεκαετία του 1920 το κτήριο μοιράστηκε και το μισό διακοσμήθηκε με έντονα νεοκλασικά στοιχεία από τραβηχτό σοβά, ενώ το υπόλοιπο διατήρησε την αρχική του απλότητα. (Πρόσφατα έγιναν εργασίες αποκατάστασης από τον ιδιοκτήτη.)

Χανιώτικα Νέα - Διαδρομές

Κατηγορία Ιστορικά

Δυτικά απο το οίκημα του αρχηγείου της Κρητ. Χωροφυλακής, εκτεινόταν ένας μεγάλος ισοπεδωμένος χώρος, το «Πεδίον του Άρεως», που αποτελούσε το «ζωτικό χώρο» του παρακείμενου ιταλικού στρατώνα. Ο χώρος αυτός περιλάμβανε το σημερινό Στάδιο, το χώρο των σχολείων και γυμνασίων της οδού Κοραή και το μετέπειτα στρατόπεδο Τζομπανάκη, δηλαδή το σημερινό πάρκο Ειρήνης και Φιλίας.

elven2Η οδός Κοραή το 1947

Από την απέναντι πλευρά του δρόμου, μετά το σπίτι του Λεκανίδη, υπήρχε ένα διώροφο κτίσματης Τουρκοκρατίας και αμέσως μετά, στη γωνία με την οδό Κύπρου, κτίστηκε στη δεκαετία του 30, ένα διώροφο νεοκλασικό, το σπίτι του Σταύρου Τζεϊράνη. Το σπίτι αυτό, ήταν από τα πρώτα θύματα των βομβαρδισμών του Μαΐου του 1941. Όπως γράφει και ο κ. Γιώργος Μπριντάκης στο βιβλίο του «Χανιά 27.5.1941 - 23.5.1945», οι Γερμανοί «δεν έφτανε που βομβάρδισαν και χάλασαν το σπίτι του ανθρώπου, αλλά τον καταδίκασαν και στο μαρτύριο του Τάνταλου: να τους βλέπει καθημερινά και να μην μπορεί να κάνει τίποτα». Είχαν κατασκευάσει στρατόπεδο μέσα στο χώρο του σημερινού Σταδίου.

Αμέσως μετά άρχιζε η τάφρος των βενετσιάνικων οχυρώσεων (προμαχώνας Santa Lucia). Το αντιτείχισμα (Contrascarpa), Βρίσκεται σήμερα κάτω από την άσφαλτο της διαπλατυσμένης σ' αυτό το σημείο της, Ελ. Βενιζέλου. Μέσα στην τάφρο, κτίστηκε μεταπολεμικά ο κινηματογράφος Ρεγγίνα, που κατεδαφίστηκε πρόσφατα. Την τρίτη δεκαετία του 20ου αιώνα, κτίστηκαν σε ρυμοτομημένο χώρο που ανήκε στο «Πεδίον του Άρεως», τα σχολεία της οδού Κοραή. Κτίστηκαν με πολλές καθυστερήσεις, ανάλογα τα διαθέσιμα οικονομικά μέσα, από διαφορετικούς εργολάβους, σε ενιαίο όμως αρχιτεκτονικό ρυθμό, απλοποιημένη παραλλαγή του νεοκλασικού προς το «μεσαιωνικό». Η κατασκευή του, στέρεη και αυστηρή (θυμίζει αρχιτεκτονική κάστρων) είναι η αίτια που έχουν αντέξει χωρίς σοβαρές ζημιές μέχρι τις μέρες μας. Οι Γερμανοί πρόσθεσαν τα δικά τους κτήρια (μεταξύ του 2ου Γυμνασίου και 4ου Δημοτικού σχολείου) και προσπάθησαν να τα εντάξουν στο ενιαίο ύφος των υπολοίπων. Αυτά επίσης υπάρχουν και σήμερα.

Χανιώτικα Νέα - Διαδρομές - του Μανώλη Μανούσακα

Κατηγορία Ιστορικά
Στο Ακρωτήρι καθ' αργά
ανάβει μια λαμπάδα
για τον Εθνάρχη που 'κανε
μεγάλη την Ελλάδα

 

Οι άντρες πάνε φυλακή
πάντα για μιαν αιτίαν
προπάντων για την λευτεριά
και τη Δημοκρατία

Σ' τσι δώδεκα Σεπτεμβρίου
τ' όμορφο παλικάρι
νύχτα που τα νταμπακαριά
σαν τον φονιά μπαρκάρει

Άντρας λογάται όποιος
να σκύβει το κεφάλι
όντε πουλούν παλικαριές
κι εγωισμούς οι άλλοι

Στάλα και στάλα το νερό
το μάρμαρο τρυπά το
το πράμα που μισεί κιανείς
γυρίζει και αγαπά το

Αν είναι ο τράγος δυνατός
δεν τονε στένει η μάντρα
ο άντρας κάνει τη γενιά
κι όχι η γενιά τον άντρα

Άνδρας θα πει ναχεις αρχές
ασιθήματα και τρόπο
να προκαλείς το σεβασμό
των αλλωνώ ανθρώπω

Με τρία ξύλα ο αετός
την χτίζει τη φωλιά του
κι όσο κι αν φαίνετ' άσχημη
αετοί 'ναι τα πουλιά του

Το πέταγμα του γερακιού
τ' άλλα πουλιά ζηλένε
γιατί πετούνε χαμηλά
αν θένε κι αν δε θένε

Πάντα τσ' ευθύνες ο Θεός
σ' τσι δυνατούς τσι δίνει
γιατί ποτέ σ' τσ' αδύνατους
δεν έχει εμπιστοσύνη

Στον άντρα πρώτο χάρισμα
είναι να μην φοβάται
να βάνει το κορμί μπροστά
και να μην το λυπάται


του προέδρου Παγκρήτιας Ένωσης Κώστα Πλαΐτη

Κατηγορία Μαντινάδες

Ήταν η 10η Αυγούστου 1864. Ο ήλιος πύρωνε τον κάμπο της Κυδωνίας. Σκυμμένοι στα χωράφια τους oι χωρικοί πότιζαν με τον ιδρώτα τους την σκλαβωμένη γη. Είχε στερέψει το αίμα. Δεν ψήλωναν το κεφάλι - δεν είχαν μάτια για τον ήλιο οι σκλάβοι. Σκληρός δυνάστης ο Τούρκος - αντίχριστος. Μα ξάφνου μια τρομερή λάμψη σκιάζει κι αυτόν ακόμη τον ήλιο. Τρόμαξαν, σήκωσαν το κεφάλι οι χωρικοί. Και σαν πήραν ανάσα, έτρεξαν κατά το χωριό. Φωτιά έπεσε και το 'καψε - σκέφτονταν. Μα πριν φτάσουν ακόμη στις Μουρνιές - αυτό ήταν το χωριό τους - είδαν κοπέλλια και γυναίκες να 'ρχονται στην συναπάντησή τους. Δεν έφερναν μαντάτο συμφοράς μα συχαρίκια. Η Στυλιανή του Βενιζέλου είχε γεννήσει αγόρι.

k venizelos s ploumidaki
Οι γονείς του Ελευθερίου Βενιζέλου: αριστερά, ο πατέρας του Κυριάκος Βενιζέλος – δεξιά, η μητέρα του Στυλιανή Βενιζέλου, το γένος Πλουμιδάκη.

Κι ο «γέρο-Θεός» - όπως ήταν γνωστός ο ηγούμενος της Χρυσοπηγής - το βάφτισε Λευτέρη, κάνοντας μια ευχή, μαζί και προφητεία: «...βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Ελευθέριος... αυτός που θα λευτερώσει την παντέρμη Κρήτη». Τον έλεγαν «γέρο-Θεό», τον ηγούμενο της μονής Χρυσοπηγής, γιατί ό’τι έλεγε έβγαινε σωστό. Μήπως δεν είχε πει πώς θα 'βγαινε ζωντανό το παιδί του Κυριάκου Βενιζέλου - ζωντανό μόνον αυτό, ύστερα από τέσσερα αρσενικά που 'χε χάσει;

Μα και να μην είναι η προφητεία του Γέρο-Θεού, πάλι ο θρύλος θα 'χει υφάνει τα σημάδια του γύρω από το αρχοντικό των Μουρνιών. Ήταν η λάμψη πού είχε χυθεί πάνω απ’ το χωριό σαν καινούργιο αστέρι τής Βηθλεέμ για να σημαδέψει την γέννηση ενός Μεσσία - του Μεσσία της ελληνικής φυλής. Ήρθε κι απλώθηκε ο θρύλος, πότισε τη διψασμένη για καινούργια ελπίδα κρητική γη. Την ίδια εκείνη ημέρα, στην άλλη ακτή του Αιγαίου, στη Σμύρνη, ο Γεώργιος Περρό, ένας σοφός Γάλλος αρχαιολόγος και ελληνιστής, έγραφε στο ημερολόγιό του που δημοσιεύθηκε χρόνια αργότερα, σε ανύποπτο χρόνο: «Ίσως την στιγμή αυτή, σε κάποια γωνιά της ελληνικής γης, να γεννιέται ένας καινούργιος ηγέτης, εκείνος που θα απαλλάξει την ελληνική φυλή από τον τουρκικό ζυγό..».

Μια ακόμη προφητεία ερχόταν να σημαδέψει τη γέννηση τον Βενιζέλου. Μέρα χαράς για τις Μουρνιές, το γραφικό χανιώτικο προάστιο, η γέννηση τον Λευτέρη Βενιζέλου. Θα ήταν ημέρα χαράς κι αv ακόμη δεν είχε γίνει το «θαύμα». Τρανή φαμίλια oι Βενιζελαίοι, κι όλοι συμμερίζονταν τη λύπη του Κυριάκου Βενιζέλου και της κυρα-Στυλιανής που δεν μπορούσαν να στεριώσουν αρσενικό παιδί. Μα κι η χαρά τους ήταν χαρά όλων. Βαθιές είναι οι ρίζες των Βενιζέλων - φθάνουν ως τη Σπάρτη όπου, δυο αιώνες πίσω, ζούσε η πατριά των Κρεββατάδων. Στην πατριά αυτή ανήκε και ο Μπενιζέλος Κρεββατάς που, μαζί με τον νεότερο αδελφό του, έσπευσαν να πάρουν τα όπλα μόλις ξέσπασε η επανάσταση του Ορλώφ το 1790. Άτυχη στάθηκε η επανάσταση εκείνη κι ο Μπενιζέλος Κρεββατάς δεν μπόρεσε να γυρίσει πίσω στη Σπάρτη. Τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι. Περιπλανήθηκε για λίγο στην ηπειρωτική Ελλάδα για να καταλήξει στα Χανιά όπου αισθανόταν περισσότερο ασφαλής.

Εκεί, στην κρητική πρωτεύουσα, έσμιξε το σπαρτιατικό αίμα των Κρεββατάδων με την κρητική λεβεντιά, για να δώσει μια καινούργια ράτσα - τους Μπενιζέλους ή τα Μπενιζελάκια, όπως έμειναν γνωστοί στα Χανιά.

Ο Πέτρος Μπενιζέλος, παππούς τον Λευτέρη, ήταν εκείνος που πρώτος διόρθωσε το όνομά του σε Βενιζέλος. Ένας από τους γιους του είναι ο Κυριάκος Βενιζέλος που γεννήθηκε στα Χανιά το 1810.

Οι περιπέτειες των Βενιζέλων δεν ήταν γραφτό να τελειώσουν ούτε με την καταφυγή τους στη μεγαλόνησο. Το 1821 παίρνουν τα όπλα από τους πρώτους και πολεμούν παλληκαρίσια. Τρεις προσφέρουν την ζωή τους. Ο Χατζηνικολός Βενιζέλος φεύγει στην Πελοπόννησο, να πολεμήσει στη Μονεμβασία με τον καπετάν Κουρή, και λίγο αργότερα φέρνει από τα Χανιά και τον μικρότερο αδελφό του, τον Κυριάκο.

Το 15χρονο εκείνο αγόρι γρήγορα θα αποκαλύψει πως είναι φτιαγμένο από την πάστα των μεγάλων αγωνιστών. Δοξάζεται με το τουφέκι στα χέρια. Αλλά κι όταν ο πόλεμος τελειώνει, η προσφορά του δε σταματά - υπηρετεί στα γραφεία του πρώτου κυβερνήτη, του Ιωάννη Καποδίστρια, και διακρίνεται. Η ελεύθερη πατρίδα τον τιμά. Ο Κυριάκος Βενιζέλος αποκτά την ελληνική ιθαγένεια, σύνταξη αγωνιστή και κτήματα στη Μονεμβασιά, οπού είχε πολεμήσει. Είναι καιρός να ξεκουραστεί, να ησυχάσει. Αυτό κάνουν oι συμπολεμιστές του αλλά όχι κι ο Κυριάκος Βενιζέλος. Τώρα πού ο πόλεμος έχει τελειώσει, νοσταλγεί την πατρίδα του. Ύστερα είναι και το άλλο: η παντέρμη Κρήτη δεν έχει ακόμη λευτερωθεί. Χρειάζεται τα παιδιά της. Κι ο Κυριάκος Βενιζέλος επιστρέφει στα Χανιά.

Ανοίγει ένα κατάστημα, παντρεύεται με κρητικοπούλα από το Θέρισο, την Στυλιανή Πλουμιδάκη, εγγονή του οπλαρχηγού Χάλη, κάνει παιδιά, νοικοκυρεύεται. Μα δεν ησυχάζει. Ζωηρό, ατίθασο πνεύμα, ψυχή αδούλωτη, οραματίζεται την ημέρα που θα ξεσηκωθεί και η Κρήτη. Κι oι Τούρκοι που δεν του έχουν συγχωρήσει πως πήρε το όπλο εναντίον τους στο μεγάλο ξεσηκωμό, αρπάζουν την ευκαιρία και τον εξορίζουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Ήταν η πιο δυστυχισμένη περίοδος της ζωής του που βάστηξε 19 ολόκληρα χρόνια. Μορφωμένος, έξυπνος, είναι πολύτιμος για το νεοσύστατο κράτος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του. Αλλά η ψυχή του έχει μείνει στην Κρήτη. Και κάποτε επιστρέφει - το 1851 - όταν ο σουλτάνος έδωσε αμνηστία.

Άσβηστος είναι ο πόθος του Κυριάκου Βενιζέλου να δει την Κρήτη ελεύθερη, να πολεμήσει για αυτήν, για την μεγάλη μέρα. Κι όταν αρχίζει ο καινούργιος ξεσηκωμός του 1866, θα πάρει για μια ακόμα φορά τα όπλα και ύστερα το δρόμο της προσφυγιάς. Πικρός ο καημός του. Αρχίζει να φοβάται πως δεν θα προφτάσει να κερδίσει τη λευτεριά για την Κρήτη του. Δεν ξέρει πως την έχει κερδίσει δυο χρόνια πριν - την ημέρα που γεννήθηκε ο γιος του ο Λευτέρης.

Επιμέλεια: Ιωάννης Δ. Χατζιδάκης (Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση)

Κατηγορία Αφιερώματα

Στην Κρήτη, στα τετρακόσια τόσα χρόνια της σκλαβιάς της, ο πόλεμος ήταν η ζωή, σύντομα διαλείμματα η ειρήνη, τόσο όσο να ξαποστάσουν, να δέσουν τις λαβωματιές τους τα ατίθασα παλικάρια της. Ένα τέτοιο διάλειμμα φάνηκε να πλησιάζει στο τέλος του, τον Δεκέμβρη που ο υποναύαρχος Ρατίβ πασάς έφερε καινούργιο φιρμάνι της Πύλης για τους χριστιανούς της μεgαλονήσου. Και το καινούργιο φιρμάνι καταργούσε όλα τα προνόμια που είχαν αναγνωρίσει στους χριστιανούς με τη συνθήκη του Βερολίνου.

Παλιό, θρασύδειλο το παιχνίδι της Πύλης. Σαν έπαιρναν τα όπλα οι Κρητικοί υποχωρούσε, μοίραζε προνόμια, σκορπούσαν υποσχέσεις. Μα σαν κατέβαιναν τα μπαϊράκια, σαν κατέβαιναν οι καπεταναίοι από τον Ψηλορείτη, άρχιζαν πάλι oι Τούρκοι τα δικά τους, μέχρι να γίνει καινούργιος ξεσηκωμός.

Έτσι και τότε. Είχε κρατήσει χρόνια ησυχία στο νησί, ξεθάρρεψαν oι Τούρκοι. Διαμαρτυρήθηκαν oι Κρητικοί, έκανε διαβήματα στις μεγάλες Δυνάμεις η Ελλάδα - χαμένος ο κόπος. Και τον επόμενο χρόνο, σαν ένδειξη διαμαρτυρίας, οι Κρήτες πολιτικοί κήρυξαν πολιτική απεργία - αρνήθηκαν να κατέβουν στις εκλογές για την τοπική Βουλή. Ήταν μια απεγνωσμένη ενέργεια που έδωσε αντίθετα αποτελέσματα. Αποθρασύνθηκαν oι Τούρκοι, έγιναν κι άλλο προκλητικοί, ασύδοτοι. Βαριά, πιο βαριά ακόμη η σκλαβιά. Μαύρα τα σύννεφα σκέπασαν το νησί - κι η καταιγίδα ξέσπασε. Ήταν το 1895.

Ο Βενιζέλος είχε αντιταχθεί στην επανάσταση εκείνη. Έβλεπε καθαρά, πως δεν είχε ενωτικό χαρακτήρα - δεν είχε καμία ελπίδα. Ήταν δημιούργημα της αγγλικής διπλωματίας, που άλλοτε έπαιρνε το μέρος της Πύλης κι άλλοτε ξεσήκωνε τους χριστιανούς, παίζοντας το ρόλο του μεσολαβητή με μία και μόνη επιδίωξη: να πάρει το νησί κάτω από την επιρροή της. Η πρόβλεψη του Βενιζέλου επαληθεύτηκε τραγικά. Η άτυχη εκείνη επανάσταση ένα μόνον αποτέλεσμα είχε, να δώσει στον τούρκικο όχλο την ευκαιρία για καινούργιες σφαγές. Πνίγηκε και πάλι στο αίμα η κατακαημένη Κρήτη. Χωριά ολόκληρα δόθηκαν στις φλόγες, οικογένειες ξεκληρίσθηκαν. Και τότε επενέβη και πάλι η Αγγλία, εξασφαλίζοντας για τους. Χριστιανούς μία κάποια αυτονομία κι ένα ακόμη σύντομο διάλειμμα ησυχίας. Αλλά ο τούρκικος όχλος είχε μεθύσει στο αίμα. Και οι σφαγές άρχισαν και πάλι στις τρεις μεγάλες πόλεις της Κρήτης - τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Ήταν αρχές του 1897.

Επιμέλεια: Ιωάννης Δ. Χατζιδάκης (Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση)

Κατηγορία Αφιερώματα

Η μοναξιά της παιδικής του ηλικίας δεν τον εγκατέλειψε και τότε που γύρισε στα Χανιά και έκανε τα πρώτα βήματά του στην πολιτική. Απέφευγε τις παρέες, τους φίλους της ηλικίας του. Έμενε αποτραβηγμένος με τα βιβλία του, τις σκέψεις που τον τυραννούσαν από παιδί. Ένοιωθε πως δεν είχε καιρό - πολλά, τολμηρά, επικίνδυνα τα σχέδια που’ χε στο μυαλό του. Κι ήθελαν δουλειά, σκληρή δουλειά, οδυνηρές θυσίες για να γίνουν πραγματικότητα. Ήταν και πολύ μόνος, ξέμακρα από το κοπάδι. Μα κάποτε ένοιωθε το κουράγιο να τα εγκαταλείπει. Τι του είχε συμβεί; Αιτία ήταν η Μαρία Κατελούζου, μία νέα κοπέλλα που είχαν να μιλούν για την ομορφιά και τη φρονιμάδα της στα Χανιά.

Οι μήνες που ακολούθησαν ήσαν οι πιο ευτυχισμένοι ίσως στη ζωή του Βενιζέλου. Έφθασε η ώρα του γάμου, που έγινε στα Χανιά το φθινόπωρο του 1890. Όλοι οι Χανιώτες γιόρτασαν τη χαρά του. Τρία χρόνια μετά τον γάμο τους απέκτησαν τον Κυριάκο, το πρώτο παιδί τους. Συγκινημένος ο Βενιζέλος έπλεκε και μαντινάδες ακόμη.

catelouzouΗ Μαρία Κατελούζου ή Ελευθερίου

Πέρασαν ακόμη δύο χρόνια και η Μαρία επρόκειτο να φέρει και άλλο παιδί στη ζωή.

Μία ανησυχία κρατούσε τον Βενιζέλο, που φώναξε τους καλύτερους γιατρούς, για να βοηθήσουν τη νέα γυναίκα. Παρ' όλες τις προσπάθειές τους η Μαρία άφησε την τελευταία πνοή της την ίδια εκείνη στιγμή που έφερνε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της, τον Σοφοκλή.

Ο χαμός της Μαρίας πόνεσε και πίκρανε τον Βενιζέλο. Κάποτε, μπόρεσε να συνέλθει. Δάμασε τον πόνο του και ζήτησε να του φέρουν το παιδί του - δεν το είχε γνωρίσει ακόμη. Το πήρε στα χέρια του φοβισμένα, έσκυψε να το φιλήσει. Μα δεν μπόρεσε. Βούρκωσαν τα μάτια του, μούσκεψαν τα μάγουλά του, κι ήλθε ένα δάκρυ και κύλισε και αυτό κοντά στο στόμα του μικρού. Κι εκείνο, διψασμένο για το μητρικό yάλα που δεν είχε γευθεί, άνοιξε ορμέμφυτα το στοματάκι του.

«Προς Θεού... όχι... μην πιει τα δάκρυά μου...», έκανε τρομαγμένος ο Βενιζέλος, κι έδωσε το μωρό στην αδελφή του. Και από τότε δεν το πλησίασε... Στιγμές τραγικές που θ’ άφηναν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στις ψυχές του πατέρα μα και του γιου ακόμη. Μπόρεσε να δαμάσει τον πόνο του ο Βενιζέλος μα όχι και να λησμονήσει. Μαζί με τα μάτια της γυναίκας, έκλεισε και κάθε ευτυχία γι’ αυτόν. Ο πόνος θα ’μενε βαθιά χαραγμένος στο πρόσωπό του. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, έμεινε απελπιστικά μόνος. Ρίχθηκε στον αγώνα, αφοσιώθηκε στο έργο του – έπαψε να είναι άνθρωπος κι έμεινε μόνο ο ηγέτης. Επρόκειτο, στην πολυτάραχη ζωή του, να ζήσει πολλές στιγμές χαράς, μα ευτυχίας ποτέ πια.

Επιμέλεια: Ιωάννης Δ. Χατζιδάκης (Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση)

Κατηγορία Αφιερώματα

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936) υπήρξε ο κορυφαίος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδας και από τούς σπουδαιότερους εθνικούς ηγέτες που εμφανiστηκαν μετά το 1821, κατά γενική αναγνώριση από μέρους ελλήνων και ξένων ιστορικών – φίλων του και αντιπάλων. Η μεγαλοσύνη του ήταν ένας μοναδικός συνδυασμός πολιτικής διαίσθησης και ενόρασης και ενός δυναμικού ρεαλισμού. Συνέλαβε το όραμα μιας μεγάλης και συγχρονισμένης Ελλάδας σαν υλοποίηση των πόθων και των ονείρων της φυλής, μιας Ελλάδας στις γεωγραφικές και πολιτικές εκείνες διαστάσεις πού θα της επέτρεπαν να διαδραματίσει τον ρόλο της στη Βαλκανική, το σταυροδρόμι αυτό των δύο ηπείρων.

elvenΠροσωπογραφία Ελ.Βενιζέλου, του Γεωργίου Γουναρόπουλου (Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ-Τοσίτσα, Μέτσοβο).

Και όταν αντιλήφθηκε ότι ο ελληνικός λαός, αποθαρρυμένος, απογοητευμένος, ταπεινωμένος, μετά την τραγωδία του 1897, δεν ήταν έτοιμος για το μεγάλο ξεκίνημα, τον έκανε και εκείνον μεγάλο - αντάξιο της νέας εποχής που επρόκειτο να δημιουργήσει. Το έργο του τον ξεχωρίζει από τους κοινούς ανθρώπους, τους κοινούς πολιτικούς. Αλλά εκείνο που ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο τον Ελευθέριο Βενιζέλο είναι ότι έσυρε έναν ολόκληρο λαό από το τέλμα της μικρότητας και της αφάνειας στις κορυφές της μεγαλοσύνης, όχι με το κνούτο και την βία, αλλά με την δύναμη και την φλόγα της ψυχής του, τις συναρπαστικές ενοράσεις του. Ανήκε - όπως έγραψε ο Εδουάρδος Ερριό «στη φυλή εκείνων που από την Πνύκα γνώριζαν να επιβάλλουν στον λαό των Ελλήνων τις ηρωϊκότερες των αποφάσεων».

Σκιαγραφία

Το πρωΐ της 28ης Δεκεμβρίου του 1909 ένας επαρχιώτης δικηγόρος φτάνει στον Πειραιά - την ελεύθερη Ελλάδα. Κι ήταν ο ερχομός του ένα από τα σημαδιακά εκείνα γνωρίσματα της αγαθής μοίρας των λαών. Το πάτημα του στην ελεύθερη γη ήταν το έναυσμα μιας τρομακτικής έκρηξης. Μπαρουτοκαπνισμένος, στεφανωμένος με τον θρύλο του Θερίσου, ο Βενιζέλος «έρχεται για να φυσήσει την ηρωική πνοή της Μεγαλονήσου στον επαναστατημένο και μουδιασμένο ελληνισμό». Μεταβάλλει τον ρου της Ιστορίας, τον τιθασεύει και τον σέρνει βίαια στα αχνάρια της μεγαλοφυΐας του.

Τρία τέταρτα του αιώνα έχουν περάσει από τον θάνατό του, κλείνει αιώνας από το ανέβασμά του στο κορύφωμα της δημιουργίας του. Κι ακόμη σήμερα η Ιστορία ανακαλύπτει καινούργιες, άγνωστες πτυχές της μεγαλοσύνης του - και ίσως να μην ολοκληρώσει ποτέ το έργο της. Οι πεδινοί, οι άνθρωποι του βάλτου, δεν μπορούν να ατενίσουν τις πανύψηλες βουνοκορφές. Πρέπει να απομακρυνθούν πολύ. Και τότε γράφεται η Ιστορία. Υπάρχουν όμως και βουνοκορφές χαμένες στον κόσμο του θρύλου. Και αποκαμωμένη η Ιστορία σταματά χωρίς να αγκαλιάσει την μεγαλοσύνη τους. Είναι και οι βουνοκορφές που δημιουργούν θρησκείες. Τέτοιος ήταν και ο Βενιζέλος. Είναι δε αλήθεια πως ο θρύλος αγκάλιασε τον Βενιζέλο πριν ακόμη τον αγκαλιάσει ο γονιός του.

Επιμέλεια: Ιωάννης Δ. Χατζιδάκης (Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση)

Κατηγορία Αφιερώματα

Δύο μέρες αργότερα ο Λευτέρης έφευγε με το πλοίο της γραμμής για τον Πειραιά. Βιαζόταν να κερδίσει τα δύο χρόνια που είχαν πάει χαμένα. Στο πανεπιστήμιο, όπως και στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, ο Βενιζέλος είναι πάντοτε πρώτος. Το ζωηρό, ερευνητικό πνεύμα του προκαλεί έκπληξη στους καθηγητές του. Σπουδάζοντας στην Αθήνα, ο Βενιζέλος δεν λησμονεί και τη σκλαβωμένη πατρίδα του. Ο πατέρας τον φοβόταν μήπως, αv γινόταν δικηγόρος, τον τραβούσε η πολιτική. Oι φόβοι του επρόκειτο να βγουν αληθινοί πολύ πιο γρήγορα, πριν ο γιος του γίνει δικηγόρος. Φοιτητής ακόμη, αναπτύσσει έντονη πολιτική δραστηριότητα - προσπαθεί να συνεγείρει τους πολιτικούς της Αθήνας για λογαριασμό της Κρήτης, της σκλαβωμένης πατρίδας του. Νοιώθει να πνίγεται μέσα στην τελματωμένη ατμόσφαιρα της Αθήνας, να αγανακτεί με την αδιαφορία και τα σφάλματα των πολιτικών της εποχής εκείνης. Και κάποια στιγμή δεν διστάζει να επωμισθεί στους νεανικούς ώμους του όλη την ευθύνη του Κρητικού ζητήματος.

Ήταν Νοέμβριος του 1886. Το κρητικό ζήτημα χόχλαζε. Oι ₼γγλοι υποστήριζαν επίσημα τις ελληνικές απόψεις, ανεπίσημα τους Τούρκους. Επιδίωξή τους ήταν να περιέλθει η Κρήτη σαν αυτόνομη πολιτεία υπό την επιρροή τους. Την εποχή εκείνη φθάνει στην Αθήνα ο ₼γγλος πολιτικός Ιωσήφ Τσάμπερλαιν, με αποστολή να έχει συνομιλίες για το κρητικό ζήτημα. Και με μία συνέντευξή του στην «Ακρόπολη» του Βλάση Γαβριηλίδη αποκαλύπτει για πρώτη φορά τις Αγγλικές προθέσεις. Υποστηρίζει ότι κατά τις συνομιλίες που είχε με Έλληνες και Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη, έμαθε ότι οι Κρητικοί ήθελαν να απαλλαγούν από τον τουρκικό ζυγό, αλλά όχι και να ενωθούν με την Ελλάδα - επιθυμία τους ήταν να κυβερνήσουν μόνοι το νησί τους.

venstudΟ Ελευθέριος Βενιζέλος φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η συνέντευξη του Τσάμπερλαιν προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Τα σχέδια των ₼γγλων ήταν πια φανερά και κανείς δεν τόλμησε να εναντιωθεί - ήταν πολύ μεγάλη δύναμη η Αγγλία τότε. Κανείς δεν τόλμησε να τον αντικρύσει - κανείς, εκτός από τον νεαρό φοιτητή Ελευθέριο Βενιζέλο. Μόλις διάβασε τη συνέντευξη αγρίεψε, έγινε έξω φρενών με τους πολιτικούς που δεν είχαν το θάρρος να αντικρούσουν τον ₼γγλο πολιτικό. Και χωρίς να διστάσει πήρε τέσσερις άλλους συμπατριώτες, ως αντιπροσώπους των τεσσάρων νομών τής Κρήτης και έσπευσε να παρουσιαστεί στον Τσάμπερλαιν. Τον δέχθηκε στο «Ξενοδοχείο της Αγγλίας» μαζί με τον γιο του Ώστιν που μετέπειτα επρόκειτο να γίνει υπουργός των Εξωτερικών, κι από την πρώτη στιγμή ένοιωσε να τον συναρπάζει η προσωπικότητα του νεαρού φοιτητή - η σαφήνεια, η διορατικότητα, αλλά και το θάρρος του. Τα ίδια συναισθήματα θα δοκίμασαν την επομένη και οι Αθηναίοι διαβάζοντας το τι ειπώθηκε, από τις στήλες της «Νέας Εφημερίδας» (5 Νοεμβρίου 1886):

chamberlainΙωσήφ Τσάμπερλαιν (1836-1914). Από τους κορυφαίους Βρεττανούς πολιτικούς του δεκάτου ενάτου αιώνα. Ριζοσπάστης, με αντιλήψεις επηρεασμένες από τον πολιτικό φιλελευθερισμό, δεν θα διστάσει να συνεργαστεί με τους Συντηρητικούς, προκειμένου να προωθήσει τους πολιτικούς του στόχους: την αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος και την ενότητα της Βρεταννικής Αυτοκρατορίας. Οι στόχοι αυτοί έδειξαν την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε η Βρεταννική πολιτική κατά τον εικοστό αιώνα.
Ο πίνακας είναι έργο του Φρανκ Χωλ (1886, Εθνική Πινακοθήκη της Αγγλίας).

«Σκοπός της επισκέψεώς μας, εντιμότατε», είπε ο Βενιζέλος, «είναι να εκφράσωμεν την λύπην μας επί τη ανυποστάτω πληροφορία ήτις εδόθη ημίν και καθ’ ην oι Κρήτες ζητούσι μεν ν’ αποσπασθούν της Τουρκίας, αποστέργουν όμως την μετά της Ελλάδος ένωσίν των. Διαβεβαιούμεν υμάς εντιμότατε ότι o μόνος και αναλλοίωτος πόθος των Κρητών είναι η Ένωσις αυτών μετά της Ελλάδος. Εκ του πόθου αυτού η Κρήτη ουχί άπαξ εθυσίασε τα πάντα, αι αιματηραί δε και συνεχείς αυτής επαναστάσεις αποτελούν αψευδή τούτου, μαρτυρίαν». Και συνέχισε ο Βενιζέλος : «Απορούμεν μάλιστα, πώς ευρίσκονται άνθρωποι τολμούντες να παραχαράττωσιν εκάστοτε, ούτω ασεβώς, τα αισθήματα ενός λαού όστις άλλην περιουσίαν δεν περιέσωσε εκ της μακράς τυραννίας του ειμή τους εθνικούς του πόθους, αποτελούντας τον επιούσιον άρτον δι’ ου γλυκαίνει τας πικράς ημέρας της δουλείας του. Ταύτα λέγοντες υμίν, εντιμότατε κύριε, φρονούμεν ότι διερμηνεύομεν το φρόνημα του Κρητικού Λαού».

Έμεινε άναυδος ο Τσάμπερλαιν. Τον εξέπληξε πριν από όλα το θάρρος του νεαρού φοιτητή, του έκανε εντύπωση η ευφράδεια, τα καλοζυγισμένα λόγια του. Δεν αδιαφόρησε, δεν τον άφησε να φύγει, πιάστηκε σε συζήτηση μαζί του - τιμή που δεν είχε κάνει σε πολλούς φτασμένους πολιτικούς. Άλλο που δεν ήθελε και ο Βενιζέλος - μίλησε για τις αυθαιρεσίες των Τούρκων, την άθλια διοίκηση του νησιού, τα μαρτύρια του κρητικού λαού. Και δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει, έντεχνα, πως με τον αναβρασμό που επικρατούσε, η Κρήτη ήταν αδύνατον να φανεί χρήσιμη σε μια φιλική Δύναμη. Μόνον αν κέρδιζε την ελευθερία της μπορούσαν οι φίλοι της να υπολογίζουν σε αυτήν. Ήταν σαφής ο υπαινιγμός. Κι ο Τσάμπερλαιν που μόλις και προηγουμένως είχε ισχυρισθεί ότι οι Κρητικοί δεν ήθελαν την ένωση με την Ελλάδα, άλλαξε αμέσως τόνο, «θυμήθηκε» πως υπήρχε και Κρητική Βουλή που εξέφραζε έγκυρα τους πόθους του Κρητικού λαού. Κι ακολούθησε η παρακάτω στιχομυθία:

ΤΣΑΜΠΕΡΛΑΙΝ: Είναι αληθές εκείνο το οποίον έμαθον, τουτέστιν ότι η Βουλή της Κρήτης εψήφισεν εσχάτως την μετά της Ελλάδος ένωσιν;

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Η πληροφορία σας, εντιμότατε Κύριε, είναι ακριβεστάτη. Και εφέτος πάλιν, μόλις προ πέντε μηνών, εψήφισεν αυτήν ομοθύμως.

ΤΣΑΜΠΕΡΛΑΙΝ: Απορώ πώς η πράξις αύτη δεν περιέρχεται εις γνώσιν των ευρωπαϊκών ανακτοβουλίων.

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Η απάντησις, εντιμότατε Κύριε, είναι εύκολος. Δυστυχώς, από ικανού ήδη χρόνου, οι εν Χανίοις αντιπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων αρνούνται να δεχθώσι παν έγγραφον της Βουλής ή των αντιπροσωπευτικών του τόπου σωματείων. Αλλά δεν παραλείπομεν να δημοσιεύωμεν δια του τύπου τα έγγραφα ταύτα.

Ο Τσάμπερλαιν επρόκειτο να γίνει ο πρώτος θαυμαστής του Βενιζέλου. Την άλλη μέρα, μιλώντας με τον τότε διοικητή της Εθνικής Τραπέζης Μάρκο Ρενιέρη, επίσης Κρητικό, του είπε:

«Όταν έχετε τέτοιους άνδρες σαν τον Βενιζέλο, τον νεαρό που με επεσκέφθη χθες, δεν πρέπει να φοβάσθε ότι η πατρίδα σας δεν θα ελευθερωθεί από τους Τούρκους».

Επιμέλεια: Ιωάννης Δ. Χατζιδάκης (Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση)

Κατηγορία Αφιερώματα

Ήταν μόλις ένα δεκάχρονο αγόρι ο Βενιζέλος όταν επέστρεψε στις Μουρνιές. Ο μικρός Χανιώτης γρήγορα επιβάλλεται στα χωριατόπαιδα της ηλικίας του. Οργανώνει ένα μικρό στρατό και γίνεται αρχηγός τους. Oι μεγάλοι τους παρακολουθούν με συγκατάβαση. Μα όταν ο μικρός αρχηγός υποχρέωσε τους στρατιώτες του να σκαρφαλώσουν στην κορυφή ενός πανύψηλου πλατάνου, επεμβαίνουν.

«Τουτοσές ο χανιώτικος διάβολος, θα μασέ σκοτώσει τα κοπέλλια... », φωνάζουν αγανακτισμένοι. Και στους μικρούς διαβόλους: «... πίσω στα σπίτια σας...».

«Επάνω... στην κορφή...», προστάζει πεισματωμένος ο Λευτεράκης.

Τα χωριατόπουλα διστάζουν, κοντοστέκονται... και τέλος το βάζουν στα πόδια.

Θυμώνει ο μικρός αρχηγός, γιομάτο περιφρόνηση το βλέμμα του για τους κιοτήδες. Σφίγγει τα δόντια και ψιθυρίζει πεισματωμένα:

«Φύγετε σεις... εγώ θ’ ανέβω μόνος!».

Μόνος. Είναι η πρώτη φορά που θα γευθεί την πίκρα μα και το άγριο μεγαλείο της μοναξιάς - του πιο πιστού συντρόφου του σ’ όλη του τη ζωή.

Το επόμενο καλοκαίρι επιστρέφει στις Μουρνιές. Οι παλιοί φίλοι του, μεγαλωμένοι πια, είναι πιο πρόθυμοι να τον ακολουθήσουν στα τολμηρά του παιγνίδια. Μα τώρα ο Λευτεράκης έχει ανακαλύψει μια καινούργια απόλαυση, τα βιβλία. Και τα τολμηρά παιχνιδίσματα της αστείρευτης φαντασίας του. Δεν συναναστρέφεται τους περυσινούς φίλους του. Μ’ ένα βιβλίο στη μασχάλη ξεμοναχιάζεται στο δάσος. Και στην απομόνωση ανακαλύπτει τον κόσμο, δημιουργεί με την αστείρευτη φαντασία του - είναι για μια ακόμη φορά μόνος.

elspΤο πατρικό σπίτι του Ελευθερίου Βενιζέλου στο χωριό Μουρνιές, στους πρόποδες των Λευκών Ορέων, λίγο έξω από τα Χανιά.

Ο εθισμός του Βενιζέλου στη μοναξιά στάθηκε αποφασιστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, στην αντιμετώπιση κρισίμων στιγμών. Ξεχωρίζει από το κοπάδι. Δεν τον τρομάζει. Του δίνει μια άγρια χαρά η σκέψη πως είναι μόνος. Τότε, μόνο τότε, είναι βέβαιος πως προχωρεί μπροστά από τους άλλους.

Ήταν μόλις δυο χρονών παιδί ο Λευτέρης Βενιζέλος, όταν έφθασε μαζί με την οικογένειά του στη Σύρο, σαν προσφυγόπουλο. Από εκεί στην εξορία, νοιώθει για πρώτη φορά τον εαυτό του και τον κόσμο. Είναι δύσκολο να πει κανείς τι συνέβη στην ψυχή του μικρού παιδιού την εποχή εκείνη. Βέβαιο είναι ότι με την μεγάλη ευαισθησία του συλλαμβάνει όσα δεν μπορεί να συλλάβει με το παιδικό μυαλό του. Η εξορία, oι ταλαιπωρίες της οικογένειάς του, η τραγωδία της Κρήτης αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στην τρυφερή ψυχή του. Μεγάλα, βασανιστικά τα ερωτήματα: γιατί να υπάρχουν δούλοι και αφεντάδες; Γιατί να μην είναι όλοι οι άνθρωποι ελεύθεροι; Δεν ερωτά τους μεγάλους. Παρακολουθεί τις κουβέντες τους, μαθαίνει τις ανησυχίες τους, αλλά πασχίζει μόνος να δώσει την απάντηση στα ερωτήματα που τον βασανiζουν. Κι όταν, κάποτε, ακούει τον πατέρα του να μιλά με φίλους του για τον ρωσοτουρκικό πόλεμο και για τις ευκαιρίες που δίνονταν να κερδίσει η Ελλάδα περισσότερα προνόμια για τους σκλαβωμένους Έλληνες, δε βαστιέται:

«Δεν αρκούν τα προνόμια, λέει. Χρειάζονται ελευθερία. H Ελλάς δε μπορεί να ζήσει εντός των στενών ορίων που της έχουν τάξει. Η απελευθέρωσις όλων των αλυτρώτων περιοχών είναι ζήτημα επιβιώσεως δια την Ελλάδα πρωτίστως ...».

Είχε μιλήσει χωρίς να ζητήσει την άδεια. Θύμωσε ο πατέρας του - θύμωσε και για την αποκοτιά του. Εδώ δε μπορούσε, με τόσους αγώνες και τόσες θυσίες, ούτε η Κρήτη να κερδίσει την λευτεριά της, κι εκείνος μιλούσε για λυτρωμό όλων των Ελλήνων;

Θύμωσε. Μα μπήκαν στη μέση oι άλλοι. «Άφεστο το παιδί, καπετάν-Κυριάκο, άφεστο να μιλήσει. Οι μελλούμενοι ίσως πετύχουνε το κι ο που αποτύχαμε. Έχουν πιο πολύ μυαλό... και πιο δυνατή φλόγα στα στήθη τους...».

Κι ο Λευτέρης μιλά, μιλά κι αποκαλύπτει για πρώτη φορά το όνειρο πού θα το μεταβάλλει σε αλήθεια. Μιλά για τη σημασία του γεωγραφικού χώρου της Ελλάδας, διαβλέπει την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και διαγράφει με σαφήνεια, που θα τη ζήλευε και πεπειραμένος πολιτικός, τον ρόλο που πρέπει να παίξει η Ελλάδα, την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει στα κρίσιμα χρόνια που έρχονται.

Ακούγοντάς τον, άλλοι τον θαύμαζαν και άλλοι τον πίστευαν για ονειροπαρμένο. Κι όμως όταν δεν τον συνεπαίρνουν οι ιδέες και τα όνειρά του δείχνει ένα σκληρό ρεαλισμό μαζί με μια αδάμαστη θέληση. Στο δημοτικό σχολείο, στην Ερμούπολη, είναι ο πιο ζωηρός από τους συμμαθητές του και ο δάσκαλος το συνήθιζε να λέει: «Λοιπόν, Βενιζέλε ή μεγάλος άνθρωπος θα γίνεις ή πολύ κακός... Τώρα, πάντως, είσαι σατανάς». Είναι όμως και ο πρώτος μαθητής. Στη Σύρο όπου τελείωσε το δημοτικό, στα Χανιά όπου επέστρεψε το 1872, στην Αθήνα αργότερα - φοίτησε τρία χρόνια στο Λύκειο Αντωνιάδου - διακρίνεται πάντοτε. Είναι έξυπνος, εύστροφος και μελετηρός, αποφασισμένος να πετύχει στη ζωή, να δημιουργήσει. Επιβάλλεται μεταξύ των συμμαθητών του, επιβάλλεται στους καθηγητές του, επιβάλλεται στην οικογένειά του. O λόγος του είναι νόμος, όλοι υποχωρούν μπρος στη θέληση του Βενιαμίν της οικογενείας.

elendeiktikonΤο ενδεικτικό του Ελευθερίου Βενιζέλου - αποφοιτά από την Α' Τάξη της «Ελληνικής Σχολής Χανίων» το 1874, όταν ήταν 10 ετών.

Στα παιδικά του χρόνια είχε ακούσει πολλές φορές ο Βενιζέλος για το «θαύμα» που σημάδεψε τη γέννησή του, την προφητεία του «γερο-Θεού». Ποτέ του δεν έδειξε έκπληξη, δεν παραξενεύθηκε. Θα μπορούσε να πει κανείς πως περίμενε κάτι τέτοιο να ‘χε συμβεί. Ποτέ δεν ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες. Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτή, την ατμόσφαιρα τον Θρύλου, αλλά και του κατατρεγμού, της σκλαβιάς, αλλά και των μεγάλων προσδοκιών, ανδρώθηκε ο Λευτέρης Βενιζέλος. Κι όταν τελείωσε το Γυμνάσιο, στα Χανιά, ήταν έτοιμος για τον προορισμό που του είχε τάξει η μοίρα, το αυγουστιάτικο εκείνο πρωϊνό, στις Μουρνιές.

ellykeioΟ Ελευθέριος Βενιζέλος στα μαθητικά του χρόνια, στο Λύκειο Αντωνιάδου.

Αλλά τώρα ο πατέρας του δεν θέλει να ακούσει άλλο για σπουδές και γράμματα. «Φτάνούν τόσα...τι να τα κάνει τα περισσότερα... έχει το μαγαζί...».

Έχει κουραστεί ο Κυριάκος Βενιζέλος με τους αγώνες, τον κατατρεγμό, την προσφυγιά, έχει απαυδήσει βλέποντας τον αφανισμό της περιουσίας του. Θέλει να ζήσει ήσυχα ο γιος του, ας πολεμήσουν κι άλλοι. Σαν τον ακούει να θέλει να σπουδάσει νομικά αγριεύει. Στο μυαλό του η δικηγορία είναι συνυφασμένη με την πολιτική, κι η πολιτική με τον ενωτικό αγώνα. Αρνείται. «Θα σου πάρουν τα μυαλά και θα μπλέξεις με την πολιτική...», του λέει. «Αρκετά πια... δεν βλέπεις τις καταστροφές που πάθαμε μέχρι τώρα; Καιρός να κοιτάξουμε και το σπιτικό μας...». Επιμένει ο Λευτέρης, αμετάπειστος ο πατέρας του. Κι έτσι κυλούν δύο χρόνια. Ο Λευτέρης εργάζεται στην επιχείρηση του πατέρα του, κρατά τα λογιστικά βιβλία και την αλληλογραφία. Αλλά δεν εγκαταλείπει τις προσπάθειές του. Τώρα έχει και έναν πολύτιμο σύμμαχο, τον Γεώργιο Ζυγομαλά, γενικό πρόξενο της Ελλάδας στα Χανιά, την εποχή εκείνη. Η ευφυΐα του νεαρού Λευτέρη, η διορατικότητά του, τον έχουν εντυπωσιάσει. Και λέει και αυτός τον λόγο του: «Κρίμα, μωρέ Κυριάκο, κρίμα να χαραμίσεις το παιδί. Στείλε το να σπουδάσει, αφού θέλει..., τι φοβάσαι; Καλά πάνε οι δουλειές σου, χρήματα έχεις. Μα κι αν χρειασθεί να γίνει έμπορος ο Λευτεράκης, καλό θα του κάνουν τα νομικά. Δε θα πληρώνει δικηγόρους...».

Φίλος τον Κυριάκου Βενιζέλου ο Ζυγομαλάς, πήγαινε συχνά στο αρχοντικό των Βενιζέλων. Και πάντοτε εύρισκε αφορμή να μιλήσει για τον Λεύτέρη. Κι όταν ένα βράδυ του είπε: «Πάρε την απόφασή σου, κι έχω συγγενείς στην Αθήνα... θα φροντίσουν τον Λευτέρη...», ο Κυριάκος Βενιζέλος λύγισε. «Άμα το θέλει τόσο πολύ...», ψιθύρισε.

Επιμέλεια: Ιωάννης Δ. Χατζιδάκης (Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση)

Κατηγορία Αφιερώματα