Στου Ομαλού το οροπέδιο και της Σαμαριάς το φαράγγι αποθαυμάζουνε κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες, δικοί μας και ξένοι.
Μα πέρα απ' αυτά, στα 39 χιλιόμετρα της διαδρομής από τα Χανιά ίσαμε το Ξυλόσκαλο είναι τόσες οι εναλλαγές του τοπίου και τόσα τα αξιοθέατα, που δεν ξέρει κανείς ποιο να πρωτοθαυμάσει. Και πρώτα ο κάμπος της Αγιας με τις φυλακές, που υπήρξαν το «Χαϊδάρι της Κρήτης» στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής. Ύστερα η γέφυρα του Κερίτη με το μνημείο των 118 μαρτύρων. Στη συνέχεια, οι μαγευτικοί πορτοκαλεώνες και το χωρίο Φουρνές.

liraris

Από τα ριζώματα η θέα κάτω είναι μαγευτική. Μετά το λεβεντοχώρι, τους Λάκκους, ακολουθεί η αγριάδα της Μαδάρας. Ασυναίσθητα, έρχεται στα χείλη το τραγούδι «Ποτές θα κάμει ξαστεριά, ποτές θα φλεβαρίσει...».

Ο δρόμος, όλο στροφές, φέρνει στα μάτια καινούριες εντυπώσεις. Το τοπίο γίνεται αγριότερο. Να οι Φώκιες, να του Βέργερη ο Λάκκος και, τέλος, στο γύρισμα του δρόμου, παρουσιάζεται ο κάμπος του Ομαλού.

Άμα βρεθείς εκεί, θα σταματήσεις. Κοιτάζεις γύρω. Η φοβερή αγριάδα, η άγρια ομορφιά των βουνών σε συνεπαίρνει. Ο Γκίγκιλος, οι Πάχνες, τσ' Αγκαθωπής το πλάικαι οι άλλες κορφές σε ζώνουν σαν τιτανικό τείχος και σε κάνουν να νιώθεις δέος.

Που και που ξεχωρίζεις κανένα δέντρο, ολομόναχο, σκεθρωμένο απ' τον άνεμο μα ζωντανό κι απροσκύνητο. Κι είναι η ζωή του μια παράφορη πρόκληση μέσα σε τούτη την αλλοφροσύνη της δημιουργίας που σε γεμίζει θαυμασμό. Ψηλά ο ουρανός αραδιάζει τον κόσμο του και κάνει εντονότερη την παρουσία του. Πολλές φορές φοβερίζει σε ώρες αναπάντεχες. Μέσα σε τούτη τη μεγαλόπρεπη και τραχιά κορνίζα αναπαύεται ήρεμη η γης του Ομαλού.

Ξανακοιτάζεις γύρω. Τα βλέπεις όλα. Το βλέμμα σου τ' αγκαλιάζει με λαχτάρα. Καλοτυχίζεις τον εαυτό σου που έκαμε τούτη την ανάβαση. Ύστερα, συνεχίζεις, για να βρεθείς σε λίγο στ' οροπέδιο.

Εδώ πολλά μπορείς να δεις και να θαυμάσεις: Τον πύργο του Χατζη-Μιχάλη Γιάνναρη, την εκκλησιά του Άι-Παντελεήμονα, τα σπιτάκια των βοσκών, το Ξυλόσκαλο, τις σπηλιές... Όλα τούτα είναι δεμένα με το θρύλο και την ιστορία...

Παρατηρώντας τα, σίγουρο είναι πως δε θα δεις τα στοιχειά και τα πνεύματα. Αν όμως είσαι τυχερός, μπορεί να συναντήσεις εκεί κοντά κάποιο γέρο που να σου ιστορήσει αυτά που δε βλέπουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Και πρώτ' απ' όλα για το νεραϊδοπαρμένο λυράρη:

Σε τούτα, λέει, τα θεόχτιστα μέρη, στον Ομαλό, στη Μαδάρα, στο Φάραγγα, ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένας βοσκός. Ήταν λεβεντονιός, διαλεχτό παλικάρι κι έπαιζε λύρα που μάραινε καρδιές. Κανείς δεν τον ήξερε με τ' όνομα του. Λυράρη τον φώναζαν και λυράρης έμεινε. Καθόταν πάνω στους βράχους, στη σκιά των δέντρων, κοντά σε νεροπηγές ή σε σπηλιές που βρίσκονταν τριγύρω κι έπαιζε... Έπαιζε είναι μια κουβέντα, γιατί, αυτό που έβγαιν' απ' τη λύρα του δεν ήταν παίξιμο• ήταν ουράνια μελωδία...

Ένα καλοκαίρι τον άκουσαν μερικοί και ξεστάθηκαν. Κι από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε πως ο λυράρης που όμοιος του δεν είχε γεννηθεί σ' όλη την Κρήτη, παράβγαινε, στον Ομαλό, με τον αγέρα και με τα πουλιά, στο παίξιμο. Σιγά σιγά αρχίνησαν κι ανέβαιναν, νέοι και γέροι, ν' ακούσουν τη φωνή της λύρας που ιστορούσε της καρδιάς τα βάσανα, που έλεγε τις ομορφιές του κόσμου.

Κάποτε ο λυράρης χάθηκε. Έτσι εντελώς ξαφνικά, χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν. Τον αναζήτησαν παντού, μα δε βρέθηκε πουθενά. Μήνες και χρόνια πήρε η αναζήτηση μα... πού λυράρης! Στο τέλος τον τύλιξε μαζί με τη λύρα του ο θρύλος...

Μια νύχτα, λέει, μια αφέγγαρη νύχτα, Οκτώβρης ήσαν, Νοέμβρης ήταν, ποιος μπορεί να μας το βεβαιώσει, ο Βοριάς είχε ξεπορτίσει και χιμούσε κατά το φαράγγι μουγκρίζοντας, ο ουρανός βογκούσε απειλητικός, η βροχή έδερνε μανιασμένη τους ασφεντάμους και τα κυπαρίσσια κι οι χείμαρροι κινούσανε να πνίξουνε τη γης. Κείνη τη νύχτα ο λυράρης βρέθηκε στην αρχή του Ομαλίτικου κάμπου και, για να μη βραχεί η λύρα του, μπήκε στο σπήλιο του Τζανή. Αμέσως, μια ζεστασιά παράξενη τον τύλιξε. Κάτι σαν οπτασία τον συνεπή ρε. Μικρές λιμνούλες με νερό υπήρχαν στη σπηλιά και μέσ' απ' το νερό ανάβλυζαν γυναίκες πανύψηλες και λυγερές, με κορμί σαν το κρινόφυλλο και με πρόσωπο σαν το φεγγάρι τ' ολόγιομο. Τα ξανθά μαλλιά τους έπεφταν ποταμός από χρυσάφι ίσαμε τα γόνατα και φορούσαν του κόσμου τα στολίδια.

Ξαφνικά άρχισαν να χορεύουν. Μα τι χορός ήταν αυτός, τι ομορφιά, τι μεγαλείο, τι πλαστικότητα... αέρας ήταν, πνοή, σαν το πούπουλο στον άνεμο, σαν τον ατμό στον ήλιο... δε χόρευαν πετούσαν! Κι ο λυράρης, χωρίς να ξέρει πως και γιατί, έπιασε τη λύρα και δίχως να λογαριάζει που βρισκόταν, άρχισε κι έπαιζε, συνοδεύοντας το χορό. Οι ώρες περνούσαν, ο χορός συνεχιζόταν κι ο λυράρης ξετρελαμένος απ' τις νεράιδες - γιατί νεράιδες ήταν - σαν να μη βρισκόταν στη γη, έπαιζε κι έπαιζε κι έπαιζε... Ύστερα τις ακολούθησε, παραλογισμένος και χάθηκε μαζί τους...

Από τότε δεν ξαναφάνηκε στο φως του ήλιου. Μονάχα τις αφέγγαρες νύχτες ξανάρχεται με τις νεράιδες στον Ομαλό, στο Σπήλιο του Τζανή και συνοδεύει το χορό τους. Παίζει και ξαναπαίζει με τη λύρα του λυπητερούς σκοπούς, χωρίς να κουράζεται, χωρίς να σταματά, χωρίς να παίρνει ανάσα. Οι κορφές, τα γκρεμνά και τα λαγκάδια παίρνουν κι αχολογούν το μαγικό σκοπό του σ' όλη τη γύρω πλάση...

Κάποτε τον άκουσε ένας νιος πού' χε μεράκι με τη λύρα και ξετρελάθηκε. Κι αποφάσισε να πάει κοντά του και να μάθει. Μια γρια τον ορμήνεψε να κάμει έναν κύκλο μ' ένα σταυρό στη μέση κι εκεί να κάτσει, για να μην τον πειράξουν οι ξωτικές. Έτσι έκαμε. Πήρε τη λύρα του και πήγε στο σπήλιο. Κάθισε στον κύκλο με το σταυρό και περίμενε υπομονετικά. Κάποια ώρα φάνηκε ο νεραϊδοπαρμένος λυράρης κι αρχίνησε να παίζει ενώ γύρω του οι νεράιδες χόρευαν. Οι ώρες κυλούσαν, η μια ύστερ' από την άλλη κι ο χορός δεν έλεγε να σκολάσει. Μονάχα σαν άρχισαν να λαλούν οι πετεινοί, χάθηκαν όλα κι έμεινεν ολομόναχος ο νιος. Τότε έπιασε ασυναίσθητα το δοξάρι κι έπαιξε. Ο ήχος που βγήκε απ' τη λύρα του, μούδιασε το κορμί του. Χωρίς να ξέρει πως, έπαιζε όπως εκείνος που πριν μάγευε τις νεράιδες... τέλεια...

Απ' αυτόν μαθεύτηκε το μυστικό. Αυτός το μολόγησε. Κι ορμήνευε σ' εκείνους που παρακαλεστικά τον πίεζαν να τους διδάξει, πώς έπρεπε ν' ακούσουν το νεραϊδοπαρμένο λυράρη. Όσων η καρδιά το 'λεγε, πήγαιναν και τον άκουγαν. Και γίνονταν όμοιοι μ'εκείνον...

Αυτοί υπήρξαν οι μεγάλοι, οι γνήσιοι λυράρηδες της Κρήτης. Αυτοί που έκαμαν τον πόνο μας τραγούδι και τη χαρά μας τρανό ουρανολάλημα. Για ένα τέτοιο μεγάλο λυράρη έγραψε ο Κωστής Φραγκούλης το παρακάτω τραγούδι: «Σ' ενούς λυράρη την αυλή κονάκι κάνει ο χάρος και προσηκώθη ο λυρατζής παλιό κρασί να φέρει και ξεκρεμά τη λύρα ντον, γλυκύ σκοπό να παίξει.

— 'Αφησ' το δίσκο, λυρατζή, κι απόθεσε τη λύρα, ΰτέρεψε το δοξάρι σου, στον τοίχο κρέμασε το, και πιάσε να χαζιρευτείς, τα σκολινά σου βάλε, γιατί σε παίρνω σύναυγα και πας στον Κάτω κόσμο.

— Χάρε, α θέλεις άφησ' με τη λύρα μου να πάρω, άπου μιλιούνε οι κόρδες τση και κλαίει ο καβαλάρης και τα γερακοκούδουνα του δοξαριού δηγούνται, τ' Απάνω κόσμου τα καλά, τση νιότης τα τσαλίμια, τω γυναικώ την ομορφιά και των αντρώς την πράξη.

— Δε στην αφήνω, ζάβαλε, κάλλια χω να τη σπάσεις, γιατί με το δοξάρι σου, σηκώνεις ποθαμένους και δ' αρχινήξεις κοντυλιές να ταραχίσεις τσ άντρες, να ξεμυαλίσεις κοπελιές, να ξετρουμίσεις γέρους και δα πλανέψεις τα μωρά, να κλαίνε για κανάκια. Και δα μισήσουν τα κελιά του -ν- Άδη τα καστέλλια, κι όλοι δα θένε να 'ρθουνε στον κόσμο τον Απάνω, πού' χετε σκόλη κάθα οχτώ και κάθε τρεις σεΐρι και πάσ' αργά ξεφάντωση και ζεύκι κι αρρεβώνες».

Στα χώματα της Κρήτης φάνηκαν όχι ένας, μα πολλοί, πάρα πολλοί που έκαμαν τον πόνο μας τραγούδι και τη χαρά μας τιβιανό ουρανολάλημα. Και σήμερα μπορεί να υπάρχουν.

Άμα βρεθείτε σε πανηγύρι, σε γάμο ή σ' όποια άλλη χαρά κι ακούσετε τη λύρα ν' αναστενάζει στα χέρια του οργανοπαίχτη, να θυμηθείτε το σπήλιο του Τζανή στον Ομαλό και το λυράρη το νεραϊδοπαρμένο.

πηγή: Βιβλίο "Θρύλοι και Παραδόσεις"

Κατηγορία Αφιερώματα

Oι άνθρωποι του καιρού μας δύσκολα παραδέχονται τ' άπιαστα περιστατικά των θρύλων. Η εποχή μας έχει δικούς της δρόμους, που δεν συμπλέκονται με της φαντασίας τα μαγικά μονοπάτια.
Μα όσοι βρεθούν στο Φραγκοκάστελο, δε γίνεται να μην αισθανθούν το ρίγος που σκορπούν οι πέτρες και το χώμα, ο αέρας το νερό, οι ίσκιοι και οι ανταύγειες των βράχων!

drosoulites

Όσοι οδοιπορήσουν για τούτο το κάστρο θα εντυπωσιαστούν από τη θέα του Σφακιανού τοπίου και θα συγκλονιστούν από τις πολλαπλές φανταστικές μεταμορφώσεις που ίσως πάρουν στη σκέψη τους τα ζωντανά και τ' άψυχα και προπαντός τα δέντρα, τα πεύκα που υψώνονται μέσα από Κυκλώπειες πέτρες, που πετάγονται πάνω απ' τις βουερές χαράδρες , που μετεωρίζονται στο χάος των γκρεμών, φαντάζουν απλά σαν αφύσικα δημιουργήματα. Καθώς παρατηρείς νομίζεις πως έχουν ψυχή, σκέφτεσαι μήπως οι πολεμιστές που δέθηκαν αιώνια με τούτη τη γης και υπερασπίζονται στο πείσμα όλων των καιρών...

Κι έτσι που σε συντροφεύουν σ' όλο το δρόμο, μοιάζουν σαν να σου υπενθυμίζουν ότι σε τούτο το χώρο αυτά που βλέπουν τα υλικά μάτια μπορεί να είναι αφάνταστα λιγότερα από τ' άλλα... Με τέτοιες εμπειρίες φτάνεις στον κάμπο του Φραγκοκάστελου.

Σε περασμένους καιρούς τούτο τον κάμπο τον στόλιζαν μοναστήρια και μεγάλες εκκλησίες που σήμερα κείτονται σ' ερείπια. Μονάχα ο 'Αι-Νικήτας βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Παλιότερα, στη θέση που είναι το σημερινό ξωκλήσι υψωνόταν μεγάλη παλαιοχριστιανική βασιλική και κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου, γινόταν σπουδαίο πανηγύρι με αγωνίσματα και χορούς και δίδονταν βραβεία στους καλύτερους.

Ο λαϊκός ποιητής εμφαντικά το διακηρύσσει: «θέλεις να δεις και να χαρείς όμορφα παλικάρια και δυνατά και τρομερά ως είναι τα λιοντάρια; Άμε στο Φραγκοκάστελο να 'ναι τ' Άγιου Νικήτα, να δεις ξανθούς, να δεις σγουρούς κι όμορφους κοπελιάρους. Κάνουν γυμνάσια φριχτά π" άνθρωπος τα τρομάζει κι οι τρίχες του σηκώνονται κι ο νους του παραλλάσσει.

Μεγάλο και ξακουστό το πανηγύρι σ' ολόκληρη την επαρχία... Και το βραβείο ήταν ξεχωριστή τιμή για όποιον το 'παιρνε... Η προσωπική αξία και η παλικαριά βρισκόταν πάντα σε μεγάλη υπόληψη.

Μια φορά όμως σε κάποια απονομή επάθλων γίνηκε παρεξήγηση ανάμεσα στα «πέρα χωριά» και στα «πόδε» κι οι ιερείς, για να μη χειροτερέψει το κακό, κανόνισαν να παίρνουν μέρος στον εορτασμό τη μια χρονιά οι κάτοικοι των «πέρα χωριών και την άλλη των «πόδε».

Πέρασαν κάμποσα χρόνια κι ύστερα, ίσως από λάθος, ίσως και σκόπιμα, οι ιερείς κάλεσαν ταυτόχρονα όλους τους κατοίκους. Μόλις ανταμώθηκαν στην εκκλησιά του Αγίου, ζωντάνεψαν οι παλιές έχθρες και χωρίς να λογαριάσουν, την ιερότητα του χώρου, 40 παλικάρια, λέει, (20 από κάθε μεριά) τράβηξαν τις πιστόλες τους κι αλληλοπυροβολήθηκαν. Όμως κανένα όπλο δεν πυροδότησε... Όλα έπαθαν αφλογιστία!

Μπήκαν στη μέση οι γεροντότεροι και κατάφεραν να τους συμφιλιώσουν. Τα μίση παραμερίστηκαν κι αποφάσισαν να γιορτάσουν όπως παλιά. Διασκέδασαν όλοι μαζί και στη συνέχεια οι 40 νέοι πήραν μέρος στο σημάδι. Πυροβόλησαν με τα ίδια όπλα ,και με τα ίδια φυσέκια. Κανένα «δεν έσφαλε»!..

Μια άλλη φορά ένας βοσκός έταξε στον Άγιο να του χαρίσει ένα συγκεκριμένο νεογέννητο τράγο. Μα καθώς περνούσαν οι μήνες κι ο τράγος γινόταν ένα μεγαλόπρεπο ζώο, ο βοσκός λυπήθηκε να τον σφάξει και πήρε στη θέση του έναν άλλο «αχαμνότερο», κατά την τοπική έκφραση, και τον πήγε στο πανηγύρι. Ενώ όμως συνεχιζόταν η λειτουργία κι έβραζαν τα καζάνια για ψηθεί το κρέας από τις δωρεές, ακούστηκε ήχος από λέρι που όλο και πλησίαζε. Ήταν ο εκλεκτός τράγος που κατέβαινε ολομόναχος απ' τη Μαδάρα, πλησίασε την εκκλησιά, πήδησε τον μαντρότοιχο, έφτασε στην πόρτα του ναού κι εκεί σωριάστηκε στο έδαφος και ξεψύχισε!

Ο βοσκός έκπληκτος και τρομαγμένος, διηγήθηκε στους άλλους πανηγυριώτες τι είχε συμβεί και ζήτησε συχώρεση... Τέτοιοι θρύλοι κυκλοφορούν πολλοί. Μα ο μεγάλος, ο ανεξήγητος θρύλος είναι στο Φραγκοκάστελο! Το Φραγκοκάστελο! Πάνω από 600 χρόνια σε τούτη την απόμερη γωνιά της Κρητικής γης υψώνεται το ρημαγμένο σήμερα κάστρο, που το 'χτισαν οι Βενετσιάνοι για να κρατούν σε υποταγή τους απροσκύνητους Σφακιανούς.

Οι εκατοντάδες Έλληνες επισκέπτες που έρχονται για να χαρούν τη θάλασσα, το παρατηρούν με μια αδιαφορία που φτάνει συχνά στα όρια της αποστροφής, λες κι ασυναίσθητα συνεχίζουν την περιφρόνηση και την εχθρότητα που έδειξαν οι ντόπιοι στο φανέρωμα του. Ας ξαναθυμηθούμε την ιστορία του;

Στα 1340 οι φεουδάρχες των Χανιών ζήτησαν από τη Βενετία να χτιστεί ένα φρούριο κοντά στην εκκλησιά του Αγίου Νικήτα, στα Σφακιά, για ν' ασφαλίσουν, απ' τις κουρσάρικες επιδρομές, τον ορμίσκο που βρίσκεται εκεί κοντά, μα προπαντός για να 'χουν ένα στήριγμα στην «καταστολή των εξεγέρσεων» των κατοίκων της περιοχής. Η Γαληνότατη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου δεν είχε αντίρρηση στο χτίσιμο, μα δεν έδιδε τ' απαραίτητα χρήματα. Μπροστά όμως στην επιμονή των φεουδαρχών υποχώρησε και στα 1371 αποφασίστηκε η ανέγερση του φρουρίου.

Έτσι, ξαφνικά, η άλλοτε ερημική περιοχή γίνηκε σωστό μελισσολόι. Οι Βενετσιάνοι έφεραν εργάτες και μαστόρους, πετροκόπους και κουβαλητάδες, κόσμο και κόσμο και τους έριξαν στη δουλειά. Άλλοι άνοιγαν θεμέλια; άλλοι κουβαλούσαν υλικά, άλλοι έκοβαν ξύλα. άλλοι έφτιαχναν ασβεστοκάμινα. Βιάζονταν να τελειώσω μιαν ώρα γρηγορότερα, γιατί φοβούνταν να μένουν σ' αυτό τον επικίνδυνο τόπο. Κι είχαν δίκιο να φοβούνται. Οι Σφακιανοί που ποτέ δεν κάθονταν με σταυρωμένα χέρια, κινήθηκαν και τώρα. Μόλις συνειδητοποίησαν τις προθέσεις των καταχτητών έκαμαν επιδρομή κι έσφαξαν αρκετούς. Οι απώλειες συμπληρώθηκαν και ταυτόχρονα πάρθηκαν ισχυρά μέτρα ασφαλείας: Στρατός φύλαγε όλη μέρα τους εργαζόμενους και το βράδυ όλοι έμπαιναν σε βάρκες, πήγαιναν στα καράβια που ήσαν στ' ανοιχτά αγκυροβολημένα και αυτά περνούσαν τη νύχτα.

Μα οι Σφακιανοί με αρχηγούς τα έξι ηρωικά αδέρφια, τους Πατσούς, γκρέμιζαν τη νύχτα ό,τι οι Βενετσιάνοι έχτιζαν την ημέρα και συγχρόνως χαλούσαν τ' ασβεστοκάμινα. Πώς να χτιστεί έτσι το κάστρο που «ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν;».

Οι καταχτητές τότε φέρανε πολύ στρατό, ζώσανε τον τόπο γύρω, μέρα νύχτα, και το κάστρο χτίστηκε. Σ' αυτό το διάστημα κατάφεραν κι έπιασαν τα έξι αδέρφια, τους Πατσούς, και τους κρέμασαν στους πύργους και στην είσοδο του φρουρίου... Μα η ιστορία του κάστρου δεν τελειώνει εδώ: Στα χρόνια της τουρκοκρατίας πέρασε, όπως ήταν φυσικό, στα χέρια των καινούριων καταχτητών κι εδώ ήρθε ο πρωτομάρτυρας της Λευτεριάς, ο Δασκαλογιάννης με τις 70 κεφαλές του σηκωμού και παραδόθηκε στους Τούρκους.

Με δραματική λιτότητα το ιστορεί ο ριμαδόρος: «...Φτάνουν στο Φραγκοκάστελο και στον πασά ποσώνου, κι εκείνος δούδει τ' όρντινο κι ευτύς τσοι ξαρματώνου. Ούλους τσοι ξαμαρτώσασι και τσοι μπισταγκωνίζου και τότες δα το νιώσασι πως δεν ξαναγυρίζου...».

Μα η μέρα που στάθηκε σφαδιακή για το κάστρο ήταν η 18 του Μάη του 1828. Εκείνη την ημέρα γίνηκε ολοκαύτωμα ο Χατζή Μιχάλης Νταλιάνης, ο Ηπειρώτης αγωνιστής, που συνεπαρμένος από τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων μας, ήρθε στο αιματόβρεχτο νησί μας με 100 καβαλάρηδες και 600 πεζούς, να βοηθήσει την επανάσταση που τρεμόσβηνε. Και στάθηκε μπροστά σ’ αυτό το κάστρο, αποφασισμένος να σταματήσει το Μουσταφά πασα. Κι έδωσε τη ζωή του για τη λευτεριά της Κρήτης, μαζί με 385 παλικάρια του...

Μπροστά στο Φραγκοκάστελο γίνηκε άγριο μακελειό. Κι οι πολεμίστρες του κάστρου είδαν ηρωισμούς που γλώσσα δεν μπορεί να περιγράψει. Από το χαροπάλεμα αναταράχτηκε ο τόπος κι έτρεξε ποταμός το αίμα και βάφτηκε η γης... Ύστερα, όπως γίνεται πάντα, όλα ησύχασαν. Και τα σημάδια το μακελειού κάθε μέρα λιγοστεύουν. Κι ίσως να 'σβηναν κάποτε, αν έλειπαν οι Δροσουλίτες που διατηρούνε ζωντανή στη μνήμη, τη θυσία των γενναίων. Το μήνα Μάη, 17-18 με το παλιό ημερολόγιο, την ώρα π' αρχίζει ν? αχνοφέγγει τότε που παιγνιδίζουν οι σκιές των θάμνων, καθώς ετοιμάζονται να δεχτούν τον ήλιο που θα φανεί, κείνη την ώρα που η δροσούλα σκεπάζει τα κλαδιά που μένουν ακίνητα μέσα στην ηρεμία του πρωινού, παρουσιάζεται ένας αυλός στρατός, μια συνοδεία από ίσκιους, μια σειρά από φιγούρες που δεν ξεχωρίζουν καλά καλά αν είναι ανθρώπινες ή όχι και προχωρούν, σαν σε παρέλαση, από το μοναστήρι του Άι-Χαραλάμπη στο Φραγκοκάστελο. Είναι ντυμένοι με μαύρα, άλλοι πεζοί και άλλοι καβαλάρηδες, φορούν περικεφαλαίες, κρατούν όπλα και ξίφη που αστράφτουν. Είναι οι Δροσουλίτες.

Όταν τους πλησιάσει κανείς, φεύγουν και χάνονται προς τη θάλασσα... Εκείνοι που τους βλέπουν - γιατί δεν τους βλέπουν όλοι - πιστεύουν ότι είναι οι ψυχές των σκοτωμένων που ξαναγυρίζουν στο Φραγκοκάστελο κάθε επέτειο της σφαγής: «Μ' ακόμα και το σήμερα στση 17 τον Μάη, ούλο τ' ασκέρι φαίνεται με το Χατζημιχάλη. Και πολεμούν στα σύννεφα κι ακούγονται οι μπορμπάδες, φωναίς κι αλογοπεταλιαίς στον καστελλιού τση μπάνταις. Ούλοι οι γι' αλαφρόστρατοι θωρούν τση και τρομάζουν, μα κείνοι ο θεός σχωρέσει των κανένα δεν πειράζουν...» Οι επιστήμονες δε συμφωνούν μ' αυτή την εξήγηση, αλλά μήπως όλα μπορεί να τα εξηγήσει η επιστήμη; Υπάρχουν τόσα και τόσα μυστήρια γύρω μας... Ένα τέτοιο μυστήριο είναι ασφαλώς κι οι Δροσουλίτες. Κι άμα βρεθείς εκεί που φανερώνονται, δεν μπορείς παρά θα συμφωνήσεις με το Γιώργη Μανουσάκη, ότι «Οι Δροσουλίτες είν' οι νεκροί του Φραγκοκάστελου, καθώς τους βλέπουνε με την απλή την αδιάφθορη ματιά τους οι Σφακιανοί και καθώς τους εξηγούνε με τη μυθοπλαστική φαντασία τους. Ποιος βεβαιώνει πως δεν υπάρχει θύρα απ' όπου να επικοινωνεί το εδώ με το επέκεινα;

Για όσους ζούνε στην πλατύστερνη αγκαλιά της φύσης συνταιριασμένοι με το ρωμαλέο ρυθμό της, οι δυο κόσμοι, τούτος των σωμάτων κι ο άλλος των ίσκιων βρίσκονται σ' αδιάκοπη επικοινωνία. Οι ψυχές των σκοτωμένων ανεβαίνουνε στο χώμα που ζήσανε και πεθάνανε, να ξαναδούνε τη θάλασσα και το φως, ν' ανασάνουνε την ευωδιά του θύμου και του φασκόμηλου που 'ρχονται από τη Μαδάρα, να νιώσουνε την αυγινή δροσιά και να θυμηθούνε τις ομορφιές της γης και την αιματερή θυσία τους. Κι οι ζωντανοί «θωρούσι και τρομάσου» με την παρουσία μέσα στο χώρο της καθημερινής ζωής τους τούτης της αυλής συνοδείας, που 'ρχεται από τον άγνωστο μεταθανάτιο κόσμο, σαν να επιβεβαιώνει την ύπαρξη του. Άνθρωποι και υπερφυσικοί ίσκοι βαδίζουνε πάνω στα ίδια χώματα απόλυτα φιλιωμένοι».

 

Η Ερμήνευση του Θρύλου

 

Κατά το Ά Παγκόσμιο πόλεμο και κατα τη διάρκεια της μάχης του Mons του Βελγίου, έπεσε στην αντίληψη χιλιάδων στρατιωτών ένα περίεργο φαινόμενο, κινούμενων ανθρωπίνων σκιών πάνω απο τους μαχώμενους στρατιώτες , και εδώθη τότε το όνομα "Οι άγγελοι του Mons" .Στήλες ολόκληρες του αγγλικού τύπου , διέθεσαν για την περιγραφή του φαινομένου αυτού και διάφορες εξηγήσεις δόθηκαν απο τους ασχολούμενους περι ψυχικά και πνευματιστικά φαινόμενα. Τελικά οι " Οι άγγελοι του Mons" παρέμεινε γεγονός ιστορικό και ανεξήγητο μέχρι και σήμερα .Έτσι λοιπόν έκαναν και την εμφάνισή τους, στη Νήσο Κρήτη στο Ενετικό και ερειπωμένο φρούριο του Φραγκοκάστελου, "Οι Δροσουλίτες"

Στη νοτιοανατολική παραλία της επαρχίας Σφακίων , σχεδόν κάθε χρόνο , κατά τα μέσα του μηνός Μαΐου, στρατιά ολόκληρη ιππέων και πεζών κάνει την εμφάνισή τους , σαν σκιές που κάνουν παρέλαση πάνω στο λυβικό πέλαγος , πρίν ο ήλιος ανατείλει , την ώρα που η φύση έχει απλώσει τη δροσουλιασμένη της πάχνη γύρω της....... Εφόσον οι κατάλληλες ατμοσφαιρικές συνθήκες το επιτρέπουν , μια ελαφριά ομίχλη , η δροσούλα , όπως ονομάζεται στην κριτική διάλεκτο , απλώνεται και απο κεί πήρε το όνομα άλλωστε αυτό το παράξενο φαινόμενο.

Πριν πολλά χρόνια , ο Πρόεδρος της Φυτολογικής Εταιρίας του Λονδίνου, Κύριος G.Baker, επισκέφθηκε την Κρήτη προκειμένου να συλλέξει σπάνια φυτά . Κατα τη διαμονή του σε ξενοδοχείο της περιοχής , χωρικοί της περιοχής άρχισαν να διηγούνται για τα "φαντάσματα" που είναι ορατά , σχεδόν κάθε χρόνο. Ο τόνος και η λεπτομερής διήγηση προξένησαν μεγάλη εντύπωση στον Κύριο G.Baker , αφού και ο ίδιος ασχολούνταν με πνευματιστικά φαινόμενα , και η γνώμη που σχημάτισε και ο ίδιος , ήταν οτι δεν πρόκειται για κάποιο τυχαίο γεγονός , ή για κάποιο συνηθισμένο μύθο και Θρύλο της Κρητικής παράδοσης , αλλά πίσω απο αυτό το φαινόμενο κρύβεται μια αληθινή ιστορία.

Αποφάσισε λοιπόν να ξαναέρθει τον επόμενο Μάιο αφού πρώτα ζήτησε κάποιος να συλλέξει πληροφορίες. Οι πληροφορίες ήταν οι εξής : Κάθε χρόνο, περί τα μέσα Μαΐου και όταν ο καιρός είναι ομιχλώδης , λίγα λεπτά πρίν την ανατολή του Ήλιου , στη θέση Θυμέ Κάμπος, και προς το φρούριο του Φραγκοκάστελου , παρελαύνει , απο τη δύση προς την ανατολή, πλήθος σκιών ιππέων και πεζών στρατιωτών , με περικεφαλαίες και ξίφη . Ανατέλλοντας ο ήλιος οι σκιές αυτές σιγά - σιγά γίνονται δυσδιάκριτες , και εξαφανίζονται εντελώς μόλις πέσουν οι πρώτες ακτίνες του Ήλιου. Το φαινόμενο διαρκεί περίπου 8' (λεπτά) της ώρας. Εν πάση περιπτώσει είναι ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός με ενδιαφέρουσες πληροφορίες αλλά ανεξήγητο απο επιστημονικής πλευράς... Τώρα αν με ρωτήσετε εμένα , εκδοχές υπάρχουν πολλές, αλλά ο Θάνατος του Χατζη-Μιχάλη και ο χαμός των 338 ανδρών , είναι το μόνο που με συγκίνησε .

πηγή: Βιβλίο "Η Κρήτη των Θρύλων" του Χαρωνίτη Βασίλειο

Κατηγορία Αφιερώματα