Φαίνεται ότι στη Δυτική Κρήτη η κατοίκηση ήταν εκτεταμένη ήδη από τη νεολιθική εποχή, γεγονός που συνεχίστηκε και στα μινωικά χρόνια. Σε αυτό συνετέλεσε το εύφορο έδαφος και τα ασφαλή της αγκυροβόλια. Αλλά ο ορεινός και δασώδης χαρακτήρας της ίσως δεν της επέτρεψε να αναπτυχθεί με τον ίδιο ρυθμό όπως το κεντρικό τμήμα του νησιού.

minoiki

Η πρωτομινωική περίοδος (2800 - 2100 π.Χ.) αρχίζει με αισθητή την ανθρώπινη επέμβαση στο περιβάλλον. Τώρα φθάνουν στο νησί νέα φυλετικά στοιχεία που ενισχύουν τον προϋπάρχοντα πληθυσμό. Η άφιξή τους σε συνδυασμό με την ίδρυση οικισμών σε ορεινά και δυσπρόσιτα μέρη, όπως η Ντέμπλα Βαρυπέτρου και την έντονη ανθρώπινη παρουσία σε σπήλαια, όπως στα Κεραμειά, γεννά πολλά ερωτηματικά σχετικά με το ειρηνικό κλίμα της εποχής. Εξαπλώνεται η χρήση και η επεξεργασία του οψιανού και μπορεί κανείς να μιλήσει για στενές σχέσεις με τις Κυκλάδες όπου παράλληλα είχε αρχίσει η εξέλιξη του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, όπως συμπεραίνεται από την κεραμική και την ταφική αρχιτεκτονική. Στην κοιλάδα των Νέων Ρουμάτων, μακριά από τη θάλασσα, αποκαλύφθηκε τυχαία (το 1980), ένας σημαντικός πρωτομινωικός τάφος που θυμίζει πολύ τους σύγχρονούς του κυκλαδικούς. Είναι μικρών διαστάσεων, θολωτός, χτισμένος με ποταμίσιες πέτρες και περιείχε ένα νεκρό σε πολύ συνεσταλμένη στάση και δύο αγγεία ως κτερίσματα. Αποτελεί καινούργιο στοιχείο για την πρωτομινωική ταφική αρχιτεκτονική, γιατί οι έως τώρα γνωστοί στην Κρήτη τάφοι είναι μεγαλύτερων διαστάσεων, με πιο αντιπροσωπευτικούς τους μεγάλους κυκλικούς της Μεσαράς, όπου φαίνεται ότι θάβονται τα μέλη ενός ολόκληρου γένους.

Ίχνη από πρωτομινωικές εγκαταστάσεις εντοπίστηκαν σε διάφορα υψώματα γύρω από την κοιλάδα των Νέων Ρουμάτων, αλλά ο μέχρι στιγμής πρωιμότερος ανασκαμμένος μινωικός οικισμός βρίσκεται στο λόφο Ντέμπλα Βαρυπέτρου, σε υψόμετρο 542 μέτρων. Το 1971 εντοπίστηκαν τρία σπίτια και τμήμα ενός τέταρτου. Πρόκειται για μονόχωρες κατασκευές, οι τρεις τετράπλευρες και η τέταρτη τριγωνική. Βρέθηκαν ίχνη στέγης που ήταν κατασκευασμένη από κλαδιά και πηλό, καθώς και πήλινα αγγεία διαφόρων τύπων, ανάμεσα στα οποία ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η άβαφη πρόχους (κανάτα). Ανασκάφτηκε μόνο το ένα κτίσμα με λίθινο θεμέλιο και τοίχους από φθαρτά υλικά. Μπροστά στην είσοδο είχε διαμορφωθεί ελεύθερος χώρος από πατημένα βότσαλα και όστρακα. Η αρχιτεκτονική και η μελέτη των λεπίδων, των φολίδων και των απολεπισμάτων οψιανού δείχνουν πληθυσμό μάλλον ομαδικό παρά γεωργικό, ενώ η κεραμική παρουσιάζει ομοιότητες με την κεντρική Κρήτη, την ηπειρωτική Ελλάδα, τις Κυκλάδες (Γκρόττα Νάξου) ακόμη και τη Χίο.

Ένας τρίτος σημαντικός οικισμός πρέπει να υπήρχε κοντά στο χωριό Σκουραχλάδα Κεραμειών, σύμφωνα με τα άφθονα ευρήματα που προέρχονται από τα σπήλαια της περιοχής. Σε αυτά συγκαταλέγονται αξιόλογα πήλινα σκεύη, ορισμένα από τα οποία δείχνουν στενή σχέση με τις Κυκλάδες, όπως η απομίμηση και η εγχάρακτη διακόσμηση. Ο πρωτομινωικός οικισμός της Σκουραχλάδας μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα κύρια κέντρα ανάπτυξης και διάδοσης του εγχάρακτου ρυθμού στο νησί.

Ένας ακόμη πρωτομινωικός οικισμός που συνεχίζει να κατοικείται και κατά τη μεσομινωική περίοδο έχει εντοπιστεί στο παραλιακό ύψωμα Ψαθί της κοινότητας Γαλατά Κυδωνίας. Μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 80΄ οι γνώσεις μας για την ύπαρξη μινωικών αρχαιοτήτων στην περιοχή της Κισάμου ήταν ελάχιστες, ενώ οι αντίστοιχες ανασκαφικές έρευνες ανύπαρκτες. Ο μινωικός οικισμός στα Νοπήγεια Κισάμου άρχισε να έρχεται στο φως μόλις το 1983. Βρίσκεται στα βόρεια άκρη του παραλιακού υψώματος Τρουλιά, σε ελάχιστη απόσταση από τη θάλασσα κατά την αρχαιότητα και ιδρύθηκε στην ΠΜ ΠΑ περίοδο. Στην ίδια θέση ήκμασε και οικισμός των κλασικών χρόνων που επέζησε έως τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Δυτικότερα, σε παραλιακό επίσης λόφο, εντοπίστηκε ο οικισμός στη θέση Βιγλιά Καλυβιανής, που επίσης ιδρύθηκε στα πρωτομινωικά χρόνια. Ένας άλλος οικισμός της ίδιας περιόδου εντοπίστηκε στη βορειοδυτική άκρη του νησιού, στην περιοχή της Φαλάσαρνας, σε παραλιακή θέση νοτιότερα της κλασικής πόλης. Επίσης κάτω από τα ερείπια της ρωμαϊκής πόλης Κισάμου (δηλαδή το σημερινό Καστέλλι), άρχισαν από το 1989 να παρουσιάζονται ψιθυριστά θα 'λεγε κανείς, τα πρώτα μινωικά όστρακα, από τα οποία τα παλαιότερα ανήκουν κι εδώ στην πρωτομινωική εποχή. Μέχρι τις πρόσφατες αυτές αποκαλύψεις, η μοναδική μινωική μαρτυρία για την πόλη της Κισάμου προερχόταν από υστερομινωικό ψευδόστομο αμφορίσκο, που είχε βρεθεί στην περιοχή της παλιάς μητρόπολης.

Συστηματική επιφανειακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια στην επαρχία Σφακίων, από μέλη της Καναδικής Αρχαιολογικής Σχολής σε συνεργασία με την Τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων, έχει δείξει ότι αυτή η ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή δεν ήταν αποκομμένη από τον πολιτισμό ήδη από την έναρξη της ΠΜ περιόδου (Ανώπολη, Αράδενα, Ασκύφου). Οπωσδήποτε όμως οι προϊστορικοί κάτοικοί της έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στις παραλιακές θέσεις (Αγία Ρουμέλη, Λουτρό, Φραγκοκάστελλο). Τα ευρήματα που προέρχονται από τις θέσεις αυτές είναι κυρίως κεραμική και οψιανοί που υποδηλώνουν επαφές με τη βορειοδυτική ακτή της Κρήτης. Ίχνη κατοίκησης ήδη από το τέλος της νεολιθικής περιόδου εντοπίστηκαν και στις Μαδάρες, κοντά σε μιτάτα (ποιμενικές εγκαταστάσεις) και πηγές νερού.

Απρόβλεπτος πρωτομινωικός σταθμός έχει υποδειχθεί και στο ακατοίκητο νησάκι της Γαυδοπούλας. Πρωτομινωική κεραμική αναφέρεται και από το νησί της Γαύδου, το οποίο σύμφωνα με το λυρικό ποιητή Καλλίμαχο ταυτίζεται με τη μυθική Ωγυγία, το νησί της Καλυψούς. Φαίνεται ότι πρωτοκατοικήθηκε στη νεολιθική εποχή και συνέχισε να κατοικείται έως τα χριστιανικά χρόνια. Η έλλειψη πληροφοριών κατά το παρελθόν για προϊστορικές θέσεις σε περιοχές της επαρχίας Σελίνου ήταν εντελώς συμπτωματικό γεγονός, οφειλόμενο κυρίως στην απουσία συστηματικής έρευνας. Εντελώς πρόσφατα μινωική κεραμική εντοπίστηκε στα χωριά Καμπανός, Σούγια (Βόθωνας) και στη Λισό.

Παραλιακός είναι τέλος και ο σημαντικότερος πρωτομινωικός οικισμός του νομού που ανασκάπτεται μέσα στην πόλη των Χανίων, με κέντρο του το λόφο Καστέλλι. Μεγάλα σπίτια με καλοχτισμένα δωμάτια, φροντισμένα δάπεδα με κυκλικά κοιλώματα-εστίες, τοίχοι επιχρισμένοι με βαθύ κόκκινο κονίαμα, κανονικά θυρώματα και κεραμικά προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας δείχνουν ότι πρόκειται για ένα σπουδαίο πρωτομινωικό κέντρο. Ο οικισμός αυτός είναι ο σημαντικότερος της Δυτικής Κρήτης. Η θέση του είναι ιδανική, γιατί όχι μόνο γειτονεύει με τη θάλασσα, αλλά περιβάλλεται και από τον πλούσιο χανιώτικο κάμπο, πληρώντας έτσι όλες τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη τόσο της γεωργίας όσο και της αλιείας και του θαλάσσιου εμπορίου. Αυτό επιβεβαίωσαν οι εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες που άρχισαν το 1964 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, πάντα με πολλές δυσκολίες, περιορισμένες στους λίγους ελεύθερους χώρους της πυκνοκατοικημένης περιοχής. Ο λόφος κατοικήθηκε αδιάκοπα από τα πρωτομινωικά χρόνια μέχρι τις μέρες μας, με αποτέλεσμα τα ανασκαφικά στρώματα να είναι πάρα πολλά και συχνά πολύ λεπτά σε πάχος, γεγονός που δημιουργεί ανυπέρβλητες δυσκολίες στη χρονολόγηση και την ταύτισή τους, έτσι ώστε οι ανασκαφές στο χώρο αυτό να θεωρούνται από τις δυσκολότερες στο είδος τους.

Κατά την επόμενη μεσομινωική περίοδο (α΄ μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.), ο οικισμός των Χανίων αναπτύσσεται σε δυναμικό κέντρο. Είναι η περίοδος κατά την οποία εμφανίζονται στην Κρήτη οι πρώτες ανακτορικές εγκαταστάσεις. Ενώ η οικονομία παραμένει γεωργική, παράλληλα αναπτύσσεται το εμπόριο και η ναυτιλία. Δημιουργούνται εμπορικοί σταθμοί έξω από το νησί και ιδρύονται αποικίες. Μια τέτοια συνδέει την Κρήτη με το κοντινό νησί των Κυθήρων. Χαρακτηριστική είναι η ομοιότητα της κεραμικής από το Καστέλλι Χανίων και το Καστρί Κυθήρων. Το χανιώτικο κεραμικό εργαστήριο παράγει προϊόντα που ακολουθούν τους ρυθμούς της κεντρικής Κρήτης (σκοτεινόν επί ανοικτού, ανοικτόν επί σκοτεινού, τραχωτό ρυθμό, καμαραϊκό ρυθμό), ενώ δεν λείπουν και οι εισαγωγές κεραμικών από την υπόλοιπη Κρήτη. Δυστυχώς, οι μεσομινωικές οικοδομικές φάσεις του οικισμού του Καστελλιού έχουν αφανιστεί από την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα στις αμέσως επόμενες περιόδους και είναι πολύ λίγα τα λείψανα που σώζονται. Κτιριακά λείψανα τόσο των πρωτομινωικών όσο και των μεσομινωικών χρόνων που έχουν εντοπιστεί σε διάφορα σημεία στο σημερινό κέντρο της πόλης των Χανίων (περιοχή Δημοτικής Αγοράς και ανατολικότερα), ίσως υποδηλώνουν μια σπονδυλωτή διάρθρωση του προϊστορικού οικισμού, ενώ κέντρο του παραμένει πάντα ο λόφος στο Παλιό Λιμάνι.

Προς το τέλος της μεσομινωικής περιόδου, στο χώρο του σημερινού χωριού Νεροκούρου, λίγο έξω από τα Χανιά και κοντά στη Σούδα, ιδρύεται εκτεταμένος οικισμός, συγκροτημένος κατά γειτονιές. Το σπίτι που σώζεται σε καλύτερη κατάσταση παρουσιάζει πολύ προσεγμένη αρχιτεκτονική, που ακολουθεί τα ανακτορικά πρότυπα με πλακόστρωτα δάπεδα, πολύθυρο και όροφο. Η πρακτική αυτή συνηθίζεται και στην επόμενη περίοδο (υστερομινωική Ι), σε οικισμούς-δορυφόρους των ανακτόρων. Η θέση του οικισμού Νεροκούρου, πάνω στον οδικό και το θαλάσσιο δρόμο επικοινωνίας των Χανίων με την υπόλοιπη Κρήτη, μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντική παράμετρος για την ανάπτυξή του.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εκτός από τον πρωτομινωικό υπήρχε και μεσομινωικός οικισμός στο παραλιακό ύψωμα Ψαθί της κοινότητας Γαλατά Κυδωνίας. Μαρτυρίες για την ίδια εποχή έχουν προκύψει από πρόσφατη επιφανειακή έρευνα σε αγροτική περιοχή του κοντινού Σταλού.

Στην Κίσαμο η ζωή συνεχίζεται κατά τη μεσομινωική περίοδο στους οικισμούς των Νοπηγείων, της Καλυβιανής, του Καστελλιού και της Φαλάσαρνας. Στα Νοπήγεια έχουν αποκαλυφθεί τα θεμέλια οικιών διαφόρων φάσεων της περιόδου με αντίστοιχα κινητά ευρήματα, κυρίως κεραμική. Σημαντικός οικισμός φαίνεται ότι εκτείνεται ανατολικότερα, στο δίκορφο ύψωμα της Αγίας Βαρβάρας κοντά στα Νοχιά, ο οποίος παραμένει ανεξερεύνητος. Αρχαιολογικές μαρτυρίες υπάρχουν και για την περιοχή της Καλυδωνίας και Ραβδούχα, ενώ εντελώς πρόσφατα εντοπίστηκε κατοίκηση και στο ακρωτήριο Σπάθα, στη βόρεια άκρη της χερσονήσου Ροδωπού, όπου πολύ αργότερα ήκμασε το Δικτύνναιο ιερό. Αφθονα είναι τα ευρήματα και από διάφορα σπήλαια του νομού, όπως αυτό του Μαμελούκου στα Περιβόλια Κυδωνίας και των Κεραμειών. Στο μικρό αυτό οροπέδιο φαίνεται επίσης ότι η σημερινή διάρθρωση κατά γειτονιές ακολουθεί το ίδιο πρότυπο από τη μινωική εποχή.

Τα περισσότερα μινωικά ευρήματα στο νομό χρονολογούνται στην υστερομινωική περίοδο, δηλαδή στο β΄ μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Την ακμή των χρόνων αυτών μπορεί κανείς να παρακολουθήσει στον οικισμό του Καστελλιού Χανίων, που ίσως αυτή την περίοδο έχει το χαρακτήρα ανακτορικής εγκατάστασης. Στην πρώτη φάση της περιόδου, στην ΥΜ Ι (1550-1450 π.Χ.), η Κρήτη βρίσκεται στο απόγειο της ευημερίας της. Η εποχή χαρακτηρίζεται από υπερπόντια δράση, θρησκευτική ζέση, ίδρυση δευτερευόντων κέντρων και παραγωγή έργων τέχνης. Η πόλη των Χανίων παρουσιάζει οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο κατά τετράγωνα, με επιμελημένες κατασκευές και πλούσιες κατοικίες με "ανακτορικά" αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως συνηθίζεται την εποχή αυτή και στην υπόλοιπη Κρήτη: πολύθυρα, φωταγωγοί, ιδιαίτερα φροντισμένες προσόψεις, αποχετευτικό σύστημα. Ορισμένα από τα στοιχεία αυτά εγκαταλείπονται στις επόμενες φάσεις. Τα κτίρια διαθέτουν αρκετά δωμάτια, ορισμένα πλακοστρωμένα, και δεύτερο όροφο. Την καλύτερη εικόνα μάς δίνει η κοινή ελληνοσουηδική ανασκαφή στην πλατεία Αγίας Αικατερίνης. Σε έκταση 550 τ.μ. και σε βάθος 2 μ. έχουν αποκαλυφθεί τμήματα δύο δρόμων, μιας πλατείας και τεσσάρων οικιών, από τις οποίες έχουμε ολόκληρη την κάτοψη της μίας. Καλύπτει 220 τ.μ. και είχε δεύτερο όροφο, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου ήταν ακάλυπτος χώρος. Ανάμεσα στους χώρους που ανασκάφηκαν, ξεχωρίζουν αποθήκες, αίθουσες διαμονής, διπλό κλιμακοστάσιο, διάδρομοι, κουζίνα με εστία και αργαλειό, όπως δείχνουν τα άφθονα υφαντικά βάρη που βρέθηκαν εκεί. Η εγκατάσταση καταστράφηκε ξαφνικά το 1450 π.Χ. από μεγάλη πυρκαγιά, σφραγίζοντας έτσι τα πιο εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά λείψανα στο Καστέλλι.

Όμοιες καταστροφές σημειώνονται ταυτόχρονα και σε πολλά άλλα κέντρα του νησιού, που αποδίδονται από τους περισσότερους επιστήμονες σε εχθροπραξίες. Στην ίδια περίοδο ανήκουν 100 περίπου θραύσματα από πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Α γραφής, που διατηρήθηκαν εξαιτίας του τυχαίου ψησίματός τους κατά την πυρκαγιά και υποδηλώνουν την ύπαρξη ανακτόρου στη γύρω περιοχή. Περιέχουν καταγραφές γεωργικών προϊόντων και απογραφές ατόμων ή ζώων, όπως συμπεραίνεται από συγκριτική μελέτη με πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής. Μαζί με ένα μεγάλο αριθμό πήλινων σφραγισμάτων και δισκίων μαρτυρούν τη λειτουργίας ενός εξελιγμένου συστήματος διοικητικής οργάνωσης που είχε σχέση με τη συγκεντρωτική οικονομία του οικισμού.

Στη μεταβατική περίοδο από την υστερομινωική Ι στην ΙΙ χρονολογείται το μοναδικό πήλινο σφράγισμα, γνωστό ως Master Impression, ένα από τα σημαντικότερα μινωικά ευρήματα του αιώνα μας. Εικονίζει σε βραχώδες παραθαλάσσιο τοπίο, ένα πολυώροφο συγκρότημα (πόλη ή ιερό ή ανάκτορο) που επιστέφεται με κέρατα καθοσιώσεως. Στην κορυφή, ανδρική μορφή (θεός ή ηγεμόνας) στέκεται σε δεσποτική στάση. Μπροστά στην παράσταση δηλώνεται η θάλασσα (διαστάσεις 0,027 x 0,02 μ.).

Πριν προχωρήσουμε στην επόμενη φάση της υστερομινωικής περιόδου, θα σταθούμε για λίγο σε ένα ξεχωριστό εύρημα. Κατά τις ανασκαφές του 1989, στις νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου Καστέλλι, στη συνοικία Σπλάντζια, αποκαλύφθηκε ένα υπόγειο άδυτο, ή όπως συνηθίζεται να λέμε μια δεξαμενή καθαρμών. Είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται τέτοιος χώρος στη Δυτική Κρήτη, γεγονός απρόσμενο αλλά όχι και αφύσικο, αφού το άδυτο αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα τις μινωικής ανακτορικής αρχιτεκτονικής των νεοανακτορικών χρόνων. Τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι κατασκευάστηκε στα μεταβατικά χρόνια από τη μεσομινωική στην υστερομινωική περίοδο. Ο πεσσός και οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες μέχρι το πλακόστρωτο δάπεδο. Τα θέματά τους είναι μίμηση ορθομαρμάρωσης χαμηλά και ζωφόρος με τρέχουσα σπείρα ψηλότερα, διάκοσμος όμοιος με του αδύτου στην ανατολική πτέρυγα του ανάκτορου της Κνωσού. Οι τοίχοι έχουν διατηρηθεί έως το ύψος των 0,70 μ. και όλος ο χώρος ήταν γεμάτος από τα συντρίμμια της ανωδομής. Η διατήρηση μέχρι αυτό το ύψος ήταν πράγματι εντελώς ανέλπιστη, στην καρδιά της πυκνοκατοικημένης σημερινής πόλης. Ο ανατολικός τοίχος είναι χαμηλός και επιτρέπει την απρόσκοπτη θέα προς το εσωτερικό του χώρου από τον ισόγειο πλακόστρωτο διάδρομο που βρίσκεται εδώ. Ανατολικότερα, διαμορφώνεται μεγάλος πλακόστρωτος χώρος με πολύθυρα. Η αρχιτεκτονική αυτή διάταξη ίσως έχει σχέση με τα δρώμενα μέσα στο άδυτο και την εξασφάλιση της δυνατότητα προσέγγισης ή αποκλεισμού των θεατών. Κατά την υστερομινωική ΙΑ περίοδο ο χώρος έγινε ισόγειο και στην ΙΒ είχε πλέον αχρηστευθεί. Μετά την καταστροφή του 1450, στην υστερομινωική ΙΙ περίοδο, ορισμένα τμήματα των παλαιότερων κτιρίων του οικισμού ξαναχρησιμοποιούνται, με ή χωρίς μετατροπές. Τα σύγχρονά τους κινητά ευρήματα δείχνουν σχετική ευμάρεια (κνωσιακός και ντόπιος ανακτορικός ρυθμός, εφυραϊκές κύλικες).

Κατά την υστερομινωική ΙΙΙ περίοδο (1400-1100 π.Χ.) η πόλη των Χανίων (σε τέσσερις οικοδομικές φάσεις: ΙΙΙ Α2, ΙΙΙ Β1, ΙΙΙ Β2 και ΙΙΙ Γ1) αλλά και όλος ο νομός παρουσιάζουν εντυπωσιακή ευημερία, ειδικά το 14ο και το 13ο αιώνα π.Χ. Παρ' όλα αυτά σε πρόσφατη έρευνα γίνεται λόγος για μείωση του αριθμού των οικισμών στην περιοχή των Χανίων κατά τα χρόνια αυτά. Τα Χανιά εξελίσσονται σε ένα πολύ σημαντικό κέντρο με μυκηναϊκές, κυπριακές, συροφοινικικές, ιταλικές και αιγυπτιακές εισαγωγές. Στενές είναι οι σχέσεις τους με την Αργολίδα και τη Βοιωτία. Η έντονη μυκηναϊκή παρουσία στην Κρήτη των χρόνων αυτών, που στη Δυτική Κρήτη παρουσιάζεται εντονότερη, εκδηλώνεται στην αρχιτεκτονική, την κεραμική και τη μικροτεχνία. Το τοπικό κεραμικό εργαστήριο των Χανίων, γνωστό ως εργαστήριο της Κυδωνίας, αναδεικνύεται ως ένα από τα σπουδαιότερα στο νησί. Προϊόντα που ξεχωρίζουν για την εξαιρετική ποιότητα του πηλού και του αλειφώματος, βρέθηκαν στο Ρέθυμνο, την Κνωσσό, την ανατολική Κρήτη, την Πάτρα, ακόμα και στην Κύπρο και τη Σαρδηνία.

Η περιοχή των Χανίων φαίνεται ότι υπήρξε το κέντρο ενός σημαντικού υπερπόντιου εμπορικού δικτύου στην ΥΜ ΙΙΙ περίοδο, όπως συμπεραίνεται από τη μελέτη ενός ειδικού τύπου αγγείου, του ενεπίγραφου ψευδόστομου αμφορέα, που χρησίμευε για τη μεταφορά υγρών. Αγγεία αυτού του τύπου έχουν βρεθεί εκτός από τα Χανιά και στο Ρέθυμνο, την Κνωσό, τη Θήβα, τον Ορχομενό, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα. Ένα είδος χειροποίητης και τροχήλατης στιλβωτής κεραμικής, γνωστής ως barbarian and grey ware, δεν λείπει και από τα Χανιά. Ορισμένοι τη συνδέουν με την Ιταλία, ενώ άλλοι με την Τρωάδα, τα Κεντρικά Βαλκάνια, και την Ήπειρο. Οι χημικές αναλύσεις έδειξαν ότι τα χανιώτικα προϊόντα ήταν τοπικής παραγωγής.

Εξαιρετικά σημαντικό γεγονός για την ιστορία της πόλης των Χανίων υπήρξε, κατά τη διάρκεια της ελληνοσουηδικής ανασκαφής το καλοκαίρι του 1989 και 1990, η ανεύρεση των πρώτων πινακίδων με Γραμμική Β γραφή, που χρονολογούνται στο 1300 π.Χ. (ΥΜ ΙΙΙ Β1). Μέχρι τότε τέτοιες πινακίδες είχαν βρεθεί μόνο στα ανάκτορα της Κνωσού, της Πύλου, των Μυκηνών, της Τίρυνθας και των Θηβών. Οι πινακίδες των Χανίων υποδηλώνουν συγκεντρωτική διοικητική οργάνωση και πιθανόν ανακτορική εγκατάσταση. Στις πινακίδες αναφέρονται οι θεοί Δίας και Διόνυσος, ιερό του Δία, κύρια ανδρικά ονόματα σε σχέση με πόλεις της Κρήτης και δέκα ζεύγη τροχών. Η αναφορά στο όνομα του Διόνυσου αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο για τη λατρεία του θεού ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, όπως συμβαίνει και με άλλες θεότητες του Ολυμπίου Πανθέου, και όχι την εισαγωγή της κατά την αρχαϊκή περίοδο.

Στην περιοχή του Αποκορώνου, κοντά στο χωριό Στύλος, ακμάζει ένας επίσης σημαντικός οικισμός, ίσως ο δεύτερος σε σπουδαιότητα στο νόμο, που σχετίζεται με τη μινωική πόλη Απτάρα. Η ίδρυσή του τοποθετείται στα πρωτομινωικά χρόνια και η εγκατάλειψή του στην υστερομινωική ΙΙΙ Γ περίοδο. Σημαντικό εύρημα είναι η κεραμική κάμινος της υστερομινωικής ΙΙΙ περιόδου. Σώζεται σε ύψος 0,70 μ., και έχει εξωτερική διάμετρο 2,30 μ. και πλακόστρωτο δάπεδο.

Κοντά στο Στύλο, σε υψόμετρο 390 μ., βρίσκεται ο μινωικός οικισμός του Σαμωνά που παρουσιάζει ομοιότητες με τα σημερινά κρητικά χωριά, οργανωμένος κατά γειτονιές. Από τα μέχρι τώρα ανασκαμμένα σπίτια του μεγάρου, ένα ήταν διώροφο με βεράντα και πλακόστρωτη αυλή. Στις αποθήκες του ισογείου βρέθηκαν επτά πιθάρια.

Στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου, κοντά στο χωριό Στέρνες, ανασκάφηκε το 1972 τμήμα αγροικίας της υστερομινωικής ΙΙΙ Β περιόδου (13ος αι. π.Χ.) όπου βρέθηκαν υπολείμματα φούρνου που περιείχε καμένα σύκα. Τμήμα παρόμοιας αγροικίας παλαιότερης κατά έναν αιώνα ανασκάφηκε εντελώς πρόσφατα κοντά στο χωριό Μόδι Κυδωνίας. Στο χωριό Νεροκούρου σωστικές ανασκαφές απέδειξαν ότι ο οικισμός συνεχίζει να κατοικείται και αυτή την περίοδο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους οικισμούς της Κισάμου που αναφέραμε προηγουμένως. Η αύξηση της κεραμικής που παρατηρείται στα σπήλαια της περιοχής των Κεραμειών κατά την ΥΜ ΙΙΙ Β περίοδο, ίσως φανερώνει την ανάγκη καταφυγής στο ορεινό εσωτερικό του νομού σε ορισμένες δύσκολες στιγμές.

Αρκετοί τάφοι των υστερομινωικών ΙΙΙ χρόνων είναι διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία του νομού. Έχουν αποκαλυφθεί τρεις θολωτοί τάφοι τοπαρχών, ένας στο Μάλεμε, ένας στη Φυλακή, και ένας στο Στύλο. Οι δυο πρώτοι έχουν ασυνήθιστο τετράγωνο θάλαμο, ενώ ο τρίτος του Στύλου, το συνηθισμένο κυκλικό. Ο τάφος του Μάλεμε έχει το μακρύτερο δρόμο, μήκους 13,80 μ. με λιθόκτιστα τοιχώματα και ιδιόρρυθμη επιμέρους διαμόρφωση. Και οι τρεις βρέθηκαν συλημένοι. Μόνο στον τάφο της Φυλακής διασώθηκαν τυχαία μικρά και πολύτιμα κοσμήματα και άλλα κτερίσματα, όπως χρυσό περιδέραιο, σφηκωτήρας, σφραγιδόλιθοι, χάντρες από ημιπολύτιμες πέτρες και δακτυλίδια, από τα οποία τα δύο είναι λίθινα με σφραγίδα στη σφενδόνη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν πλακίδια από κόκαλο ιπποπόταμου που κοσμούσαν ξύλινο κιβώτιο και φέρουν ανάγλυφη διακόσμηση προτομών κρανοφόρων πολεμιστών, σφιγγών, οκτώσχημων ασπίδων κ.ά. Υπόγειοι θαλαμωτοί τάφοι της ίδιας περιόδου έχουν βρεθεί μέσα στην πόλη των Χανίων σε διάφορα σημεία ανατολικά του κέντρου και κυρίως στην περιοχή των Δικαστηρίων, καθώς και στην περιοχή της Αγίας Κυριακής Χαλέπας, κοντά σε μια παραλιακή εγκατάσταση. Από τάφο στη συνοικία Κουμπέ Χανίων προέρχεται πήλινη λουτηροειδής λάρνακα με διακόσμηση χταποδιών. Είναι η δεύτερη λάρνακα που έχει βρεθεί στο νομό. Η πρώτη προέρχεται από τα Δράμια Αποκορώνου.

Όμοιοι τάφοι έχουν ανασκαφεί και στην περιοχή της Απτάρας, γνωστοί στη βιβλιογραφία ως τάφοι Καλαμίου και Σούδας. Από αυτούς προέρχεται μυκηναϊκός κρατήρας με νεκρική πομπή, καθώς και η περίφημη πυξίδα του εργαστηρίου της Κυδωνίας με την παράσταση του κιθαρωδού. Ο κιθαρωδός, ανάμεσα σε πουλιά, ιερά τέρατα και διπλούς πελέκεις, έχει ερμηνευτεί ως Απόλλων ή Ορφέας, αλλά και ως απλός αοιδός ή ιερέας.

Ξαφνικά, μέσα στην υστερομινωική ΙΙΙ Γ περίοδο (12ος αι. π.Χ.), οι περισσότεροι οικισμοί των Χανίων εγκαταλείπονται, όπως και στην υπόλοιπη Κρήτη. Αυτό είναι βεβαιωμένο τουλάχιστον για τους δύο σπουδαιότερους, την πόλη των Χανίων και το Στύλο. Σιγούν όμως και τα Νοπήγεια, ενώ ο οικισμός των Γριμπιλιανών, στο ύψωμα της Αγίας Ειρήνης κοντά στο Κολυμπάρι, που φαίνεται ότι ακμάζει αυτή την εποχή, δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς εγκαταλείπεται, οπωσδήποτε όμως πριν από το τέλος της περιόδου. Τα αίτια της εγκατάλειψης δεν είναι γνωστά. Οι διάφορες εικασίες στρέφονται γύρω από την εσωτερική αποδυνάμωση και παρακμή του μινωικού πολιτισμού σε συνδυασμό με γενικότερες ανακατατάξεις σε όλη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου, με την εμφάνιση των λαών της θάλασσας και την καταστροφή του Χεττιτικού κράτους. Αξίζει να τονιστεί ότι τουλάχιστον η πόλη των Χανίων δεν καταστρέφεται αλλά εγκαταλείπεται. Αυτό δηλώνουν τα σχεδόν άδεια δωμάτια και η παντελής απουσία ενδείξεων καταστροφής.

Της Μαρίας Ανδρεαδάκη Βλαζάκη: "Ο Νομός Χανίων μέσα από τα μνημεία του"

Κατηγορία Ιστορικά

Την εποχή του Χαλκού διαδέχεται η εποχή του Σιδήρου (1η χιλιετία π.Χ.). Οι τρεις πρώτοι αιώνες ανήκουν στη λεγόμενη γεωμετρική εποχή, η οποία συνδέεται με μεγάλες ανακατατάξεις στον ελληνικό χώρο, την ανάγκη δημιουργίας πανελλήνιας εθνικής συνείδησης, την ευρεία χρήση του σιδήρου για τον πολεμικό και τον τεχνικό εξοπλισμό και τη διάδοση της καύσης των νεκρών.

geometriki-epoxi

Στην Κρήτη καταφθάνουν οι Δωριείς, ένα νέο ελληνικό φύλο που συμβάλλει στην πλήρη αποδυνάμωση της ντόπιας πολιτικής δύναμης. Τα έθιμα και οι θεσμοί τους αποτέλεσαν τον πυρήνα της κοινωνικής δομής της κλασικής Κρήτης. Προς το τέλος της περιόδου ιδρύονται οι πόλεις κράτη, ανεξάρτητες μεταξύ τους, με ιδιαιτερότητα στη δομή και τη λειτουργία τους σε σχέση με τις δωρικές πόλεις της υπόλοιπης Ελλάδας. Οι περισσότερες από αυτές εγκαθιδρύονται σε χώρους ήδη επιλεγμένους από τους Μινωίτες. Ειδικά στο νομό Χανίων οι γνώσεις μας για τη γεωμετρική περίοδο είναι λίγες. Ως παλαιότερο εύρημα θεωρείται ψευδόστομος αμφορίσκος του 10ου αι. π.Χ., τυχαίο εύρημα από την πόλη των Χανίων. Τα περισσότερα στοιχεία προέρχονται από νεκροταφεία. Οι παλαιότερες ταφές ανήκουν στα τέλη του 10ου και τις αρχές του 9ου αι. π.Χ. και βρέθηκαν κοντά στο χωριό Μόδι Κυδωνίας και στην περιοχή Πελεκαπίνα των Χανίων. Οι τάφοι είναι θαλαμωτοί (παράδοση που συνεχίζεται από τη μινωική εποχή), ορθογώνια σκάμματα και μεμονωμένες ταφές σε πίθους. Το πιο πολύτιμο κτέρισμα είναι δύο χρυσά δισκάρια από την Πελεκαπίνα. Στον 8ο αι. π.Χ. χρονολογούνται οι θαλαμωτοί τάφοι στο Γαβαλομούρι και στις Βούβες, καθώς και στο Καβούσι Κισάμου, που βρίσκεται στην περιοχή της Φαλάσαρνας. Οι ταφές τους είναι στην πλειονότητα καύσεις, χωρίς να απουσιάζουν και οι απλοί ενταφιασμοί και συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό αγγείων ως κτερίσματα. Ορισμένα από αυτά έχουν κοινά διακοσμητικά θέματα με την ανατολική Ελλάδα, ενώ άλλα παρουσιάζουν μορφολογικές ομοιότητες με την κεραμική της βορειοδυτικής Ελλάδας. Γενικά χαρακτηρίζονται από συντηρητικό επαρχιακό πνεύμα και από ορισμένα τυπολογικά στοιχεία που μπορούν να θεωρηθούν ως μινωικές επιβιώσεις. Λίγες είναι οι εισαγωγές και φτωχικά τα υπόλοιπα κτερίσματα, που περιορίζονται σε πήλινες χάντρες, σιδερένιες πόρπες και ελάχιστα πήλινα ειδώλια. Δύο θαλαμωτοί τάφοι του 8ου αι. π.Χ. ανασκάφηκαν μέσα στο χωριό Αστρικας Κισάμου το 1993. Ο ένας υποδείχθηκε από μαθητή του χωριού και βρέθηκε ασύλητος. Πρόκειται για τον πλουσιότερο έως τώρα γεωμετρικό τάφο στο νομό. Περιείχε χάλκινο λέβητα, χρυσό δακτυλίδι μέσα σε δακτύλιο από ορεία κρύσταλλο, δύο χρυσούς σφηκωτήρες για τα μαλλιά, χάλκινες πόρπες και περόνες, πολλά πήλινα αγγεία, ορισμένα από τα οποία έχουν ένθετη διακόσμηση από ανθρώπινες μορφές και πτηνά, πυραμιδοειδή υφαντικά βάρη και ασβεστολιθική επιτύμβια στήλη με εγχάρακτη διακόσμηση.


Στη μετάβαση από τον 8ο στον 7ο αι. π.Χ. χρονολογούνται ταφές σε πίθους από το δυτικό νεκροταφείο της Απτέρας (μινωική Απτάρα) και από το ανατολικό νεκροταφείο της πόλης των Χανίων (καθώς και αποθέσεις μικρών αγγείων στις Βούβες, τις Βρύσες Κυδωνίας και την Πελεκαπίνα). Χαρακτηριστική είναι η ταφή μικρού παιδιού στα Χανιά, που είχε χάλκινους κρίκους σε όλα τα δάκτυλα των χειρών του.
Στον 8ο αι. π.Χ. ανήκουν και τα παλιότερα ίχνη οικισμών της 1ης χιλιετίας στο νομό. Στο λόφο Καστέλλι Χανίων, παρά το πλήθος της υστερογεωμετρικής κεραμικής, η οποία προέρχεται κυρίως από λάκκους απορριμμάτων, ελάχιστα είναι τα αρχιτεκτονικά λείψανα που μπορούν να συνδεθούν μαζί της. Ανάμεσα στα όστρακα αναγνωρίζονται εισαγωγές από την Αττική, την Κόρινθο, το Αργος, την Εύβοια, την Πάρο και την ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που υποδηλώνει ανάκαμψη της οικονομίας και νέα εμπορική ανάπτυξη της πόλης.
Στην ίδια εποχή τοποθετείται και ένα σημαντικό γλυπτό που εκτίθεται στο Μουσείο Χανίων. Ανήκει σε ζωφόρο κτιρίου και εικονίζει πρόσοψη ναού με ξόανο θεάς στο εσωτερικό του, πλαισιωμένο από τοξότες, οι οποίοι το προστατεύουν από επίθεση αρμάτων. Βρέθηκε το 1945 σε οικόπεδο στο κέντρο της πόλης, νότια του Δημαρχείου και το θέμα του είναι όμοιο με αυτό που παριστάνεται στη χάλκινη ζώνη από τη Φορτέτζα Ηρακλείου (8ος αι. π.Χ.). 


Οι έρευνες στο κέντρο της αρχαίας Απτέρας, στο υψίπεδο νότια του κόλπου της Σούδας, αποκάλυψαν υπολείμματα δαπέδων και θεμελίων τοίχων του 8ου και των αρχών του 7ου αι. π.Χ. και πιστοποιούν ότι η ισχυρή αυτή πόλη της Δυτικής Κρήτης ιδρύθηκε κατά τα υστερογεωμετρικά χρόνια, ίσως για τον καλύτερο έλεγχο του κόλπου. Η πόλη ήκμασε κατά τα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά χρόνια.
Στη γεωμετρική περίοδο κατοικείται και η περιοχή του Τράχηλα, στα δυτικά του Καστελλιού Κισάμου, καθώς και η Γαύδος, όπως συμπεραίνουμε από κεραμικά ευρήματα που εντοπίστηκαν στις θέσεις αυτές. Επίσης σε διάφορα σπήλαια του βόρειου τμήματος του νομού έχει βρεθεί κεραμική της γεωμετρικής περιόδου.

Της Μαρίας Ανδρεαδάκη Βλαζάκη: "Ο Νομός Χανίων μέσα από τα μνημεία του"

Κατηγορία Ιστορικά

Η Πολιτοφυλακή δεν συγκροτήθηκε ποτέ, γιατί ο Στρατιωτικός Διοικητής «δεν ήταν βέβαιος ότι τα όπλα ταύτα, οι χωρικοί δεν θα τα έστρεφαν κατά της Κυβερνήσεως»

Στις δώδεκα παρά τέταρτο το πρωί της 29ης Οκτωβρίου, μία μόλις ημέρα μετά την έναρξη της ιταλικής επίθεσης στην ελληνοαλβανική μεθόριο, ένα υδροπλάνο προερχόμενο από την Αίγυπτο προσθαλασσωνόταν στο άλλο άκρο της Ελλάδας,................

στα νερά του κόλπου της Σούδας, μεταφέροντας μια ομάδα Βρετανών αξιωματικών, οι οποίοι έσπευδαν στην έδρα της V Μεραρχίας στα Χανιά, με την εντολή να μελετήσουν την αμυντική κατάσταση της νήσου Κρήτης. Τρεις ημέρες αργότερα αποβιβαζόταν στο νησί ένα βρετανικό τάγμα πεζικού, ενώ στις 6 Νοεμβρίου κατέφθαναν από την Αίγυπτο ένας Βρετανός ταξίαρχος, δύο μοίρες αντιαεροπορικού πυροβολικού και ένα τάγμα μηχανικού, που ξεκινούσε ευθύς αμέσως την κατασκευή μιας βάσης καυσίμων στη Σούδα και ενός αεροδρομίου στον παράκτιο χώρο 17 χιλιόμετρα δυτικά των Χανίων, κοντά σε ένα άσημο μέχρι τότε χωριό με το όνομα Μάλεμε.

maxi-tis-kritis

Με την αναχώρηση στο μεταξύ της V Μεραρχίας Κρήτης για το μέτωπο, συμφωνήθηκε να αναλάβουν οι Βρετανοί την ευθύνη του νησιού και απεστάλησαν άλλο ένα τάγμα πεζικού και μια μοίρα καταδρομών, ενώ από ελληνικής πλευράς απέμειναν επιτόπου μόνον οι πυρήνες των εμπέδων, με κυμαινόμενη δύναμη μεταξύ 1.000 και 2.000 ανδρών, κυρίως διερχομένων ληξιαδειούχων οπλιτών. Αυτοί και οι τρεις βρετανικές μονάδες που προαναφέραμε αποτελούσαν μέχρι την άνοιξη του 1941 τη φρουρά της Κρήτης, για την οποία ο Τσώρτσιλ είχε υποτίθεται εκφράσει την ευχή να μεταβληθεί σε ένα άπαρτο φρούριο.

Από τον Νοέμβριο του 1940, ο στρατιωτικός διοικητής Κρήτης αντιστράτηγος Αλεξάκης είχε ζητήσει από το υπουργείο Στρατιωτικών να εξεταστεί το ενδεχόμενο εξοπλισμού των Κρητών εφέδρων παλαιοτέρων κλάσεων, προκειμένου να ενισχυθεί η αποδυναμωμένη άμυνα της νήσου.

Είναι σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσουμε την προβληματική σχέση του καθεστώτος Μεταξά και του βασιλιά Γεωργίου προσωπικά, με την Κρήτη. Πέραν των καταλοίπων του διχασμού μεταξύ βασιλοφρόνων και βενιζελικών, που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του κρητικού πληθυσμού, στο νησί είχε λάβει χώρα και η μόνη ουσιαστική πράξη αντίστασης κατά της δικτατορίας, με την ένοπλη εξέγερση του λαού των Χανίων τον Ιούλιο του 1938. Μετά την καταστολή της θαρραλέας αλλά ασυντόνιστης αυτής ενέργειας, κύριο μέλημα του τότε στρατιωτικού διοικητή που κατά σατανική σύμπτωση ήταν ο Τσολάκογλου υπήρξε ο αφοπλισμός των Κρητών, και ιδιαίτερα η παράδοση των χιλίων περίπου όπλων που οι επαναστάτες είχαν αφαιρέσει από τις στρατιωτικές αποθήκες.

Οι προσπάθειες αυτές έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, και ο μερικός εθελοντικός αφοπλισμός επετεύχθη μόνον το 1940, όταν οι εφημερίδες γέμισαν με τις εκκλήσεις του καθεστώτος: «Κρήτες, μία από τας μεγαλυτέρας υπηρεσίας που δύνασθε να προσφέρητε εις την αγωνιζομένην Πατρίδα μας, είναι να παραδώσητε τα υπό την κατοχήν σας ευρισκόμενα παντός είδους πολεμικά όπλα - Η Πατρίς θα σας ευγνωμονεί». Το πόσο προσχηματική ήταν αυτή η έκκληση προκύπτει από το γεγονός ότι αρκετά από τα περίπου 60.000 όπλα που συγκεντρώθηκαν, ουδέποτε απεστάλησαν στο μέτωπο, αλλά παρέμειναν στις αποθήκες, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων.

Τώρα λοιπόν ετίθετο ζήτημα επανεξοπλισμού των Κρητών. Επακολούθησε πυκνή αλληλογραφία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναμετρήθηκαν οι πολιτικές με τις στρατιωτικές προτεραιότητες και στις 4 Ιανουαρίου του 1941 δόθηκε έγκριση να συγκροτηθεί ένα Σώμα Πολιτοφυλακής, δύναμης 3.050 οπλιτών των κλάσεων 1915-1920, δηλαδή μεταξύ 40 και 45 ετών, με σκοπό τη δράση κατά πιθανής εχθρικής ενέργειας, «ήτοι αποβάσεως εχθρικών δυνάμεων και προσγειώσεως αλεξιπτωτιστών και στρατευμάτων εξ αεροσκαφών». Οι πολιτοφύλακες θα διατηρούσαν μεν την πολιτική τους περιβολή αλλά θα έφεραν ένα κυανό δίκωχο και ένα περιβραχιόνιο του ίδιου χρώματος με «έμβλημα καθορισθησόμενον εν καιρώ», ενώ τα τουφέκια τους θα φυλάσσονταν από τη Χωροφυλακή.

Η ανταπόκριση του πληθυσμού στην πρόσκληση υπήρξε τόσο άμεση και πληθωρική, ώστε στις 21 Ιανουαρίου η Στρατιωτική Διοίκηση ζητούσε να της διατεθούν 10.500 τυφέκια, 350-375 οπλοπολυβόλα και 50-60 πολυβόλα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ανάγκες των πολιτών που απαιτούσαν να εξοπλιστούν.

Η ανταπόκριση όμως αυτή είχε το αντίθετο αποτέλεσμα από το αναμενόμενο. Στις 9 Φεβρουαρίου 1941 το Γενικό Επιτελείο διέτασσε τον περιορισμό της Πολιτοφυλακής σε 1.500 άνδρες, στους μισούς με λίγα λόγια από τους αρχικά προβλεπόμενους και σε ελάχιστο κλάσμα των αυθορμήτως παρουσιασθέντων, με τη δικαιολογία ότι «υπό τας επικρατούσας νυν εν τη Μεσογείω συνθήκας, δεν διαφαίνεται η από θαλάσσης επίτευξις καταλήψεως της Κρήτης».

Τελικώς, ούτε οι πολιτοφύλακες αυτοί συγκροτήθηκαν σε τακτικές μονάδες ή έστω εξοπλίστηκαν. Όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά ο υποστράτηγος Καφάτος, «νεωτέρα διαταγή ακυροί την πρώτην και διατάσσεται η διακοπή πάσης εργασίας προς οργάνωσιν Πολιτοφυλακής, η διάλυσις των υπό οργάνωσιν Σωμάτων και η αποστολή εις το Κέντρον πάντων των διά την Πολιτοφυλακήν προοριζομένων όπλων και υλικών, μηδέ των διακριτικών περιβραχιονίων εξαιρουμένων». Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτά συνέβησαν μετά τον θάνατο του Μεταξά, στην περίοδο δηλαδή που η διαχείριση των πραγμάτων της Ελλάδας είχε περιέλθει άμεσα στον βασιλιά Γεώργιο και το περιβάλλον του. Ακόμη και αν υπήρχε κάποια αμφιβολία περί των κινήτρων μιας τέτοιας ενέργειας, την διέλυσε η κατοπινή κατάθεση του τότε στρατιωτικού διοικητή υποστράτηγου Κίτσου, ότι αυτός συνέστησε την ανάκληση της διαταγής «διότι δεν ήτο βέβαιος ότι τα όπλα ταύτα οι χωρικοί δεν θα τα έστρεφον κατά της Κυβερνήσεως».

Η συνθηκολόγηση

Αυτή ήταν η κατάσταση των πραγμάτων όταν, μετά τη γερμανική εισβολή, μετεβλήθη άρδην η εξέλιξη του πολέμου και στις 20 Απριλίου 1941 ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου υπέγραφε την παράδοση των Ελληνικών δυνάμεων στη Μακεδονία και την Ήπειρο.

Με τη συνθηκολόγηση,οι άνδρες της V Μεραρχίας Κρήτης, διασχίζοντας την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, διεπεραιώθηκαν στον Ψαθόπυργο της Πελοποννήσου. Εκεί τους βρήκε στις 11 Μαΐου 1941 η διαταγή του, κατοχικού ήδη, υπουργού Εθνικής Αμύνης υποστράτηγου Μπάκου, βάσει της οποίας απαγορευόταν η επιστροφή τους στην Κρήτη. Αψηφώντας τη διαταγή, ορισμένοι από τους εφέδρους κατάφεραν να διαφύγουν στην Κρήτη, οι περισσότεροι όμως, πάνω από 19.000 μάχιμοι άνδρες, ηλικίας 18-40 ετών, και 600 έμπειροι αξιωματικοί, παρέμειναν αποκλεισμένοι στην Ελλάδα, παρακολουθώντας ανίσχυροι τα τεκταινόμενα στο νησί τους.

Αντ' αυτών, στην Κρήτη είχαν διεπεραιωθεί 900 μαθητές της Σχολής Χωροφυλακής, τους οποίους ακολούθησαν περίπου 5.000 νεοσύλλεκτοι από τα Κέντρα Εκπαίδευσης του Ναυπλίου, της Τρίπολης και της Καλαμάτας, ενώ στις 29 Απριλίου έφθασαν στο Κολυμπάρι και περίπου 300 Ευέλπιδες.

Παράλληλα, στο διάστημα μεταξύ 25 και 30 Απριλίου, χάρις σε μια μεγαλειώδη πράγματι επιχείρηση εκκένωσης του Βρετανικού Ναυτικού, αποβιβάστηκαν στην Κρήτη προερχόμενοι από την ηπειρωτική Ελλάδα περί τους 43.000 Νεοζηλανδούς, Αυστραλούς και Βρετανούς στρατιώτες, από τους οποίους παρέμειναν τελικώς στο νησί 28.600 άνδρες. Επρόκειτο για έναν εξουθενωμένο στρατό, που βρισκόταν εκατοντάδες χιλιάδες μιλίων μακριά από τα σπίτια του και ο οποίος στη συντριπτική του πλειονότητα, παρά την καρτερικότητα με την οποία πολέμησε στον Αλιάκμονα, τον Όλυμπο και τις Θερμοπύλες, είχε μόλις ζήσει μια σοβαρή ήττα και μια δραματική υποχώρηση, εγκαταλείποντας πίσω 3.000 νεκρούς, 12.000 αιχμαλώτους, βαρέα όπλα, οχήματα, και σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και τον ατομικό του οπλισμό.

Στην Κρήτη είχε καταφύγει επίσης, από τις 23 Απριλίου, και η ελληνική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον βασιλιά Γεώργιο και τον νέο πρωθυπουργό, τον κρητικής καταγωγής Εμμανουήλ Τσουδερό. Από την υποχώρηση στην Ελλάδα έως την επίθεση των Γερμανών στην Κρήτη μεσολάβησε ένας κρίσιμος μήνας, κατά τη διάρκεια του οποίου η βρετανική και η ελληνική πλευρά διεξήγαγαν ατέρμονες συζητήσεις σε στρατηγικό και τακτικό επίπεδο γύρω από τις δυνατότητες άμυνας της Κρήτης, το σκόπιμο ή μη της επερχόμενης μάχης, την κ

Ο Τσουδερός υπογράμμιζε στον Βρετανό πρέσβη στις 29 Απριλίου ότι «οι κάτοικοι της νήσου άνευ ουδεμίας εξαιρέσεως είναι έτοιμοι να κάμουν κάθε θυσία για τον αγώνα, και μόνον η απογοήτευσις θα ηδύνατο να περιορίση τον ενθουσιασμόν των». Να υπενθυμίσουμε ότι, εκτός των άλλων, το νησί έβριθε από απότακτους ή απόστρατους βενιζελικούς αξιωματικούς. Είναι γεγονός ότι ο Τσουδερός, με τον αναγκαστικό νόμο «περί αποκαταστάσεως αξιωματικών εξελθόντων του στρατεύματος διά λόγους πολιτικούς» επιχείρησε να δώσει μια σαφή ένδειξη για την αλλαγή κλίματος που σηματοδοτούσε η συγκρότηση της κυβέρνησής του. Ταυτόχρονα τοποθέτησε ορισμένους Κρήτες αξιωματικούς σε επιτελικές θέσεις, ενώ όμως είχε τη δυνατότητα να επιστρατεύσει το σύνολο όσων βρίσκονταν εκτός στρατεύματος αρκέστηκε, έχοντας κατά νουν «το απελπιστικόν της καταστάσεως και επομένως το αμφίβολον του αποτελέσματος του αγώνος», να προσκαλέσει έναν περιορισμένο αριθμό εθελοντών.

Την ίδια στιγμή, όσοι Κρήτες έφεδροι στρατιώτες του Αλβανικού μετώπου των κλάσεων 1921-1929, δηλαδή μεταξύ 30 και 40 ετών, είχαν καταφέρει να διαφύγουν με δικά τους μέσα από την ηπειρωτική Ελλάδα και να φτάσουν θαλασσοπνιγμένοι στο νησί, αντί να ανασυγκροτούνται σε νέες μονάδες ή, έστω, να εντάσσονται στις υπάρχουσες, διατάσσονταν να αναχωρήσουν με μηνιαία άδεια (!) για τα σπίτια τους, όπου τελικώς τους βρήκε η γερμανική εισβολή.

Η στάση αυτή των κρατούντων, πέραν όλων των άλλων, αντικατόπτριζε, πιστεύω, τη βαθύτερη πεποίθησή τους ότι η υπόθεση ήταν εκ των προτέρων χαμένη. Ήδη τα αποθέματα χρυσού της Τραπέζης της Ελλάδος φυγαδεύονταν εσπευσμένα στην Αίγυπτο, ενώ είχαν αρχίσει οι συζητήσεις ποια θα ήταν η καταλληλότερη στιγμή για την αναχώρηση του βασιλιά και της κυβέρνησης. «Δι' εμέ όμως τίθεται το σοβαρόν ερώτημα εάν θα ήτο δυνατόν να κρατηθή η νήσος», έγραφε στις 14 Μαΐου ο Τσουδερός: «Οι Κρήτες, γενναίοι πάντοτε, βλέπουν την άνω εκτεθείσαν κατάστασιν με φόβον από ακριβή εκτίμησιν των πραγμάτων και ιδίως διότι είναι εντελώς άοπλοι. Η κυβέρνησις Μεταξά τους είχεν αφοπλίσει. Εάν είχον οι κάτοικοι όπλα, αι στρατιωτικαί ελλείψεις θα είχον ολιγωτέραν σημασίαν».

Ιδού λοιπόν που, κατά τη διάρκεια αυτών των ύστατων διαβουλεύσεων, τα όπλα των Κρητών έμπαιναν για άλλη μια φορά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. «Πρότεινα εις τους Βρετανούς», σημειώνει ο Έλληνας πρωθυπουργός, «να συσταθή πολιτοφυλακή εν τη νήσω υπό εμπειροπολέμους Κρήτας αξιωματικούς. Δέχονται μεν όλοι την ορθότητα της προτάσεως, αλλά δεν υπάρχουν ούτε όπλα ούτε φυσίγγια διά να οπλίσωμεν τους κατοίκους».

«Η πραγματικότητα ήταν ότι ολόκληρος ο πληθυσμός της Κρήτης ήθελε να πολεμήσει», συμπληρώνει ο ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη Νεοζηλανδός υποστράτηγος Φράιμπεργκ: «Ουδεμία αμφιβολία έχω ότι αν είχαμε καιρό, θα ηδυνάμεθα να συγκεντρώσουμε και εκπαιδεύσουμε δύο πλήρεις μεραρχίας». Ανάλογη είναι και η εικόνα που σκιαγραφεί και ο ταξίαρχος Σώλσμπερυ: «Ήταν υπέροχο το θέαμα να βλέπεις τους χωρικούς όλων των ηλικιών να εκλιπαρούν να τους δοθούν όπλα. Το ηθικό των Κρητικών είναι αδύνατο να περιγραφεί».

Τουφέκια

«Δόστε μας τουφέκια», έγραφε στην εφημερίδα «Κρητικά Νέα» στις 5 Μαΐου ο Ηρακλειώτης συγγραφέας Ιωάννης Μουρέλλος, «δόστε μας τουφέκια κι είμαστε έτοιμοι». Ο υποστράτηγος Καφάτος, τέλος, που υπηρετούσε τότε στο υπουργείο των Στρατιωτικών στα Χανιά, συνοψίζει αδρά το όλο ζήτημα: «Ο πληθυσμός της νήσου ήρχισε να αξιοί επιμόνως και αρκετά ζωηρώς τον εξοπλισμόν του και την οργάνωσίν του, ώστε να καταστή ικανός να πολεμήση διά την άμυναν του τόπου του παρά το πλευρόν των Ελληνικών και Αγγλικών δυνάμεων. Δεν επρόκειτο δε, εις την προκειμένην περίπτωσιν, περί απολέμου και απείρου τινος συρφετού, αλλά περί παλαιμάχων αγωνιστών των από του 1912 μέχρι του 1920 πολέμων, οι οποίοι, προς τοις άλλοις θα εμάχοντο υπέρ βωμών και εστιών, και των οποίων η μετά ταύτα τιμή και υπόληψις θα εξηρτάτο από την διαγωγήν την οποίαν θα επεδείκνυον κατά τον αγώνα. Οιοσδήποτε υπεύθυνος, έχων προ οφθαλμών μόνον το συμφέρον του αγώνος», τονίζει καταληκτικά, «δεν θα έπρεπε να παραβλέψη έναν τοιούτον παράγοντα».

Η υπόθεση του εξοπλισμού των Κρητών εκκρεμούσε μέχρι την τελευταία στιγμή, με τη σχετική ευθύνη να μετατοπίζεται καθημερινά μεταξύ των ελληνικών και των βρετανικών αρχών. Οι τελευταίες σελίδες αυτής της ατέρμονης αλληλογραφίας φέρουν ημερομηνία 18 Μαΐου 1941.

Ήδη όμως είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου. Από τα ξημερώματα της 20ής Μαΐου, 400 βομβαρδιστικά και 300 καταδιωκτικά αεροπλάνα κατέκλυσαν κατά σμήνη τον εναέριο χώρο της Κρήτης, εξαπολύοντας έναν άνευ προηγουμένου καταιγισμό πυρός, ακολουθούμενα από 500 μεταγωγικά αεροπλάνα από τα οποία άρχισε η πτώση 8.000 αλεξιπτωτιστών, ενώ παράλληλα 80 ρυμουλκούμενα ανεμοπλάνα ελίσσονταν αθόρυβα και προσγειώνονταν το ένα κατόπιν του άλλου στο έδαφος.

Μόλις συνήλθαν από την κατάπληξη που τους προκάλεσε το καινοφανές θέαμα, των χιλιάδων αλεξιπτωτιστών, τα συμμαχικά τμήματα έσπευσαν προς τα σημεία συγκέντρωσης των ρίψεων του εχθρού. Με την έναρξη της εισβολής, σημειώνει ο ανθυπολοχαγός Δροσάκης, έκαναν αιφνιδίως την εμφάνισή τους και οι χωρικοί, «κρατούντες άλλος κάποιο σκουριασμένο, άλλος κάποιο μισοχαλασμένο όπλο, άλλος παλαιό εμπροσθογεμές, άλλος κυνηγετικό δίκαννο, άλλοι με τσεκούρια, με χονδρά ραβδιά». Ο πληθυσμός, υπογραμμίζει ο, επίσης παρών, υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Τσουδερού Στυλιανός Δημητρακάκης, «εζητούσεν όπλα να αμυνθή». Στις πόλεις ειδικότερα, οι ελληνικές και βρετανικές αρχές «διέτρεξαν ανησύχους στιγμάς». Πλήθη έξαλλων πολιτών παραβίασαν τις στρατιωτικές αποθήκες στα Χανιά και το Ηράκλειο, στις οποίες ανακαλύφθηκαν σημαντικές ποσότητες οπλισμού, παρά τα συνεχώς έως της χθες επαναλαμβανόμενα περί της παντελούς έλλειψής του. Στο μεταξύ, «οι κάτοικοι των χωρίων, δράττοντες ό,τι έκαστος όπλον διέθετε και σχηματίζοντες αυτοσχεδίους ομάδας, συνέρρεον προς τα σημεία καθόδου του εχθρού. Είτε παρά το πλευρόν του στρατού μαχόμεναι αι ομάδες αύται, είτε και αυτοτελώς, ως αι πλείσται των περιπτώσεων, εξεκαθάρισαν ταχύτατα και πλήρως ευρείας περιοχάς από του εκεί κατελθόντος εχθρού, επιβάλλοντες αυτώ βαρυτάτας απωλείας». Συχνά εφοδιάζονταν με τα όπλα των νεκρών Γερμανών ή, σπεύδοντας εκεί όπου προσγειώνονταν τα γερμανικά αλεξίπτωτα με τις ατράκτους πολεμοφοδίων, επέστρεφαν πάνοπλοι στη μάχη.

Στο Καστέλλι Κισσάμου, στα Φλώρια, την Αγριμοκεφάλα και το φαράγγι της Καντάνου στο Σέλινο, στον Γαλατά, την Αγιά και τον Αλικιανό Χανίων, στον Λατζιμά και τα Περιβόλια Ρεθύμνου, στον Μασταμπά και τον Προφήτη Ηλία Ηρακλείου και αλλού, οι ομάδες των ενόπλων πολιτών έλαβαν μέρος επί δέκα ημέρες σε μικροσυμπλοκές αλλά κάποτε και σε πραγματικές μάχες.

Ο ακριβής αριθμός τους είναι, φυσικά, δύσκολο να υπολογιστεί. Η συγκριτική προσέγγιση των ποικίλων μαρτυριών τούς ανεβάζει χονδρικά σε 6.000. Επικεφαλής τους, όταν υπήρχαν, ετέθησαν τοπικοί καπεταναίοι, απόστρατοι και απότακτοι αξιωματικοί, χωροφύλακες, ιερωμένοι ή και απλοί φαντάροι, που βρέθηκαν «αδειούχοι» στα χωριά τους. Σε δύο περιπτώσεις, στην Κνωσό και το οροπέδιο της Νίδας στον Ψηλορείτη, είχαν τεθεί υπό τις διαταγές αξιωματικών της Βρετανικής Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE), των μόνων ίσως που είχαν πάρει στα σοβαρά την υπόθεση. «Όστις έλαβε μέρος εις τον αγώνα αυτόν, ή όστις παρηκολούθησε την αποτελεσματικήν δράσιν και την πραγματικώς υπέροχον συμπεριφοράν των προχείρως κατά την στιγμήν της εισβολής και αυθορμήτως σχηματισθεισών ομάδων χωρικών», υπογραμμίζει ο υποστράτηγος Καφάτος, «δύναται να υπολογίση το μέγεθος του διεπραχθέντος εγκλήματος [του μη εξοπλισμού οργανωμένης Πολιτοφυλακής], όπερ εσαμποτάρισε κυριολεκτικώς εις όφελος του εχθρού τον αγώνα».

Έντονος υπήρξε και ο αιφνιδιασμός των Γερμανών, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι την παραμονή της επίθεσης, ο υπεύθυνος πληροφοριών επισμηναγός Ρέινχαρτ τους διαβεβαίωνε ότι θα γίνονταν δεκτοί με ενθουσιασμό από τον πληθυσμό της νήσου.

«Υποτιμήσαμε την ισχύ του αντιπάλου», αναφέρει ο Γερμανός σμηναγός Σάιρμερ, «καθώς οι Εγγλέζοι είχαν εξοπλίσει, δυστυχώς, τους κατοίκους της Κρήτης, που μάχονταν με τις κρητικές τους φορεσιές, πράγμα το οποίο αντίκειται σε όλους τους κανόνες του πολέμου».

«Ο 16ος λόχος του Συντάγματος Εφόδου», σημειώνεται στη σχετική γερμανική έκθεση, «όστις διετάχθη όπως προστατεύση προς νότον το αεροδρόμιον του Μάλεμε, ηναγκάζετο αδιακόπως να δίδη μάχας κατά των ελευθέρων σκοπευτών». Και παρακάτω: «Εις τα νότια και τα δυτικά της πόλεως του Ηρακλείου έλαβε χώραν αξιοσημείωτος αγών κατά των ελευθέρων σκοπευτών, οι οποίοι εμάχοντο καθ' ομάδας των 7-8 ανδρών. Μίας εξ αυτών ηγείτο εις παπάς [pope], όστις κατόπιν ετυφεκίσθη».

Πράγματι, η ένοπλη δράση των ιερέων, όπως και εκείνη των γυναικών, σκανδάλιζε ιδιαίτερα τους Γερμανούς. «Η επί της οδού προς την Κάντανον διατεθείσα μαχητική ομάς μηχανικού με ενισχύσεις αντιαρματικών και μοτοσυκλετιστών», αναφέρει ο Γερμανός αντισυνταγματάρχης Βίττμαν, «διεξήγαγε σκληροτάτους αγώνας, ως επί το πλείστον με ομάδας αποθηριωμένων ελευθέρων σκοπευτών». Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο αρχιμανδρίτης της Παλαιόχωρας Στυλιανός Φραντζεσκάκης, που οδήγησε τους ενορίτες του στην Κάνδανο με το τουφέκι στο χέρι.

Στο Ρέθυμνο ο Αυστραλός ταγματάρχης Σάντοβερ θυμάται έναν καλόγερο οπλισμένο με ένα παλιοντούφεκο και ένα τσεκούρι περασμένο στη ζώνη του. Την επομένη, ο ίδιος καλόγερος εμφανίστηκε πάνοπλος στη μάχη, συνοδευόμενος από ένα παιδί που κουβαλούσε τα τρόπαιά του, μεταξύ των οποίων ξεχώριζε ένα γερμανικό οπλοπολυβόλο Schmeisser. Όταν Έλληνες μαχητές συνέλαβαν στην ίδια περιοχή τον σμήναρχο του 2ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών Στουρμ και τον παρέδωσαν στους Αυστραλούς, ο Γερμανός αξιωματικός φέρεται να διαμαρτυρήθηκε στον Αυστραλό ομόλογό του αντισυνταγματάρχη Κάμπελ, με τη φράση «δεν μπορώ να ανεχθώ τους Κρητικούς να κρατούν τα γερμανικά όπλα και να πολεμούν τους Γερμανούς».

Εκτελέσεις-αντίποινα με συνοπτικές διαδικασίες

Το φιλμ μιας «συνήθους» εκτέλεσης κοντά στις φυλακές Αγυιάς Χανίων

Στην Κρήτη ήταν η πρώτη φορά που οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν αντίσταση από τον τοπικό πληθυσμό, άνδρες, γυναίκες ακόμη και παιδιά. Η αντίδρασή τους υπήρξε άμεση. Ήδη κατά τη διάρκεια των μαχών, οι πολίτες που συλλαμβάνονταν ένοπλοι εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες. Στην αρχή οι αριθμοί των εκτελέσεων ήταν περιορισμένοι: 6 στο Μετόχι Ηρακλείου, 4 στα Πλακάλωνα, 7 στο Κακόπετρο και 10 στο Καστέλλι Κισσάμου, 4 στην Κάνδανο Σελίνου, 9 στον Γαλατά των Χανίων και, ο υψηλότερος αριθμός αυτής της φάσης, 58 στα Μυσσίρια Ρεθύμνου. Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες των ημερών της μάχης, καταγράφονται ήδη 15 γυναίκες.

Η Μάχη της Κρήτης έληξε ουσιαστικά την 31η Μαΐου και από την επομένη ημέρα, ο Γερμανικός στρατός έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο αντεκδικήσεων, που όμοιό του δεν είχε δει το φως μέχρι εκείνη τη στιγμή σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Σε έξι ημέρες, εκτελέστηκαν 200 Κρήτες, όχι πλέον κάποιοι που πιάστηκαν με το όπλο στο χέρι, αλλά όσοι βρίσκονταν στα χωριά τους όταν έφτανε το απόσπασμα: 42 στον Αλικιανό, 25 στο Κοντομάρι, 24 στου Κυρτομάδω, 22 στο Άδελε, κ.ο.κ. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες, με αποκορύφωμα την 1η Αυγούστου, όταν εκτελέστηκαν σε μια μέρα 207, στον Αλικιανό, το Φουρνέ και το Σκινέ.

Στις διαμαρτυρίες των προκρίτων, ο Γερμανός διοικητής αντέταξε το επιχείρημα ότι «οι Κρήτες μετέσχον του κατά των Γερμανών αλεξιπτωτιστών αγώνος, ενώ έχει καταργηθεί διεθνώς το δικαίωμα των πολιτών να μετέχουν του πολέμου εφ' όσον δεν στρατευθούσι».

Το επιχείρημα αυτό επρόκειτο να το επικαλεστούν επανειλημμένα οι Γερμανοί στα επόμενα χρόνια, όταν αντιμετώπισαν πλέον μαζικά κινήματα παρτιζάνων σε όλη την Ευρώπη. Το ζήτημα απασχόλησε και το Δικαστήριο Εγκληματιών Πολέμου, που αποφάνθηκε εις βάρος της Γερμανικής ερμηνείας, επικαλούμενο τη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης του 1907, σύμφωνα με το άρθρο 1 της οποίας «οι νόμοι, τα δικαιώματα και αι εκ του πολέμου υποχρεώσεις εφαρμόζονται ουχί μόνον εις τον τακτικόν στρατόν, αλλά και εις τας εθνοφρουράς και τα σώματα των εθελοντών», αρκεί «να διατελούν υπό την αρχηγίαν προσώπου ευθυνομένου διά τους υφισταμένους του, να έχουν σταθερόν και εξ αποστάσεως διακριτόν σημείον, να φέρουν τα όπλα απροκαλύπτως και να συμμορφούνται προς τους νόμους και τα έθιμα του πολέμου».

Η ερμηνεία αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει την κρισιμότητα της ύπαρξης διακριτικού σημείου που να υποδηλώνει τον μαχητή. «Η πιο ασυγχώρητη πράξη κατά των Κρητών εθελοντών», εκτιμά ο Άντονυ Μπήβορ, «υπήρξε ο μη εφοδιασμός τους με κάποιο είδος στολής που θα τους προσέδιδε μια επίσημη ιδιότητα». Πράγματι, δεν υπήρξε ούτε μια διαταγή, έστω της τελευταίας στιγμής, που να επιβεβαιώνει τυπικά την ύπαρξη της πολιτοφυλακής, με πρόχειρα περιβραχιόνια ή και χωρίς. Είναι βέβαιο ότι δεν θα γλίτωναν όλοι, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις που τουφεκίστηκαν ακόμη και έφεδροι στρατιώτες, όμως καταγράφονται και αντίθετα παραδείγματα όπου, επιδεικνύοντας τις προσκλήσεις που είχαν λάβει τον χειμώνα για να επανδρώσουν την Πολιτοφυλακή, κάποιοι αιχμάλωτοι σώθηκαν από το εκτελεστικό απόσπασμα.

Στις Βουκολιές, οι αλπινιστές δέχθηκαν επίθεση από ελεύθερους σκοπευτές, στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο λοχίας Γιάννης Λαζόπουλος. Το νεκρό του σώμα με τη στρατιωτική στολή, έπεισε τους Γερμανούς ότι συγκρούστηκαν με τακτικό στρατό, με αποτέλεσμα «ο Λαζόπουλος», παρατηρεί ο Ευτύχης Μαλεφάκης, «να σώσει και νεκρός τις Βουκολιές».

Εντούτοις, σύμφωνα με το το άρθρο 2 της Χάγης, «υπάρχουν περιπτώσεις κατά τας οποίας οι κάτοικοι μη καταληφθείσης χώρας, άμα τη προσεγγίσει του εχθρού λαμβάνουν αυθορμήτως τα όπλα, χωρίς να οργανωθούν συμφώνως προς το άρθρον 1, ελλείψει χρόνου», και σε αυτή την περίπτωση δεν απαιτείται να τελούν υπό αρχηγό ή να φέρουν διακριτικό, αρκεί να φέρουν φανερά τα όπλα τους και να συμμορφώνονται προς τους νόμους και τα έθιμα του πολέμου. Ουδεμία λοιπόν επίκληση στο διεθνές δίκαιο μπορεί να αθωώσει τα γερμανικά εγκλήματα του 1941 στην Κρήτη. Σήμερα άλλωστε γνωρίζουμε ότι οι αποφάσεις είχαν ληφθεί εκ των προτέρων. Πράγματι, στις 13 Μαΐου του 1941, ο Χίτλερ είχε υπογράψει το άκρως απόρρητο διάταγμα «περί διακανονισμού ειδικών στρατιωτικών μέτρων», εν όψει όχι βέβαια της επιχείρησης κατά της Κρήτης αλλά κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

«Οιαδήποτε επίθεση υπό πολιτών του εχθρού κατά της Βέρμαχτ πρέπει να καταπολεμείται στο σημείο της επίθεσης με τα πλέον ακραία μέσα, έως τον εκμηδενισμό των επιτιθεμένων. Σε περίπτωση που παρόμοια μέτρα δεν είναι δυνατόν να ληφθούν αμέσως, οι ύποπτοι επιθέσεων θα φέρονται αμέσως ενώπιον ενός αξιωματικού, ο οποίος θα αποφασίζει εάν θα εκτελεστούν. Εναντίον χωρίων από τα οποία η Βέρμαχτ δέχθηκε ύπουλη και κακόβουλη επίθεση, εάν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν τον άμεσο προσδιορισμό των υπευθύνων ατόμων, θα εφαρμόζονται διά της βίας συλλογικά κατασταλτικά μέτρα αμέσως». Το διάταγμα κατέληγε με την υπόμνηση ότι πρέπει να παραμείνει άκρως απόρρητο μέχρι την 1η Ιουνίου 1941.

Το μεσημέρι της επομένης, 2 Ιουνίου, ο υπολοχαγός Χορστ Τρέμπες, μόνος επιζών αξιωματικός του ΙΙΙ Τάγματος Εφόδου, έμπαινε με τους αλεξιπτωτιστές του στο Κοντομάρι, στην περιφέρεια του οποίου η μονάδα του είχε 400 νεκρούς την πρώτη ημέρα της μάχης. Λίγες ώρες αργότερα εκτελούνταν σε κοντινό λιόφυτο οι 25 άνδρες που βρέθηκαν παρόντες στο χωριό.

Αποσπάσματα από το απόρρητο προσωπικό ημερολόγιο του Γκαίμπελς Τι όμορφη μέρα. Η Κρήτη εκκαθαρίστηκε

24 Απριλίου 1941 (Πέμπτη) Χθες: [...] Οι Έλληνες και οι Εγγλέζοι βρίσκονται σε ραγδαία υποχώρηση. Ο Βασιλεύς Γεώργιος απομακρύνθηκε στην Κρήτη. Λέει ότι προτίθεται να συνεχίσει τον ηρωικό αγώνα από κει. Σύντομα θα τον φροντίσουμε.

25 Απριλίου 1941 (Παρασκευή) Χθες: [...] Διασχίσαμε τώρα τις Θερμοπύλες. Οι Εγγλέζοι σε πλήρη φυγή. [...] Οι νίκες μας προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση. Η βαλκανική περιπέτεια μας έδωσε μεγάλο ψυχολογικό πλεονέκτημα. Ελληνικές μεγαλοστομίες από την ασφάλεια της Κρήτης. Περί τιμής και τα τοιαύτα. Αρκετά να προκαλέσουν εμετό!

[...] Αναφορά από την Ιταλία: Επιχειρούν να υπεξαιρέσουν τις επιτυχίες μας και να μετατρέψουν τις νίκες μας σε ιταλικές νίκες. Ήταν αναμενόμενο. Αλλά ο κόσμος δεν έχει παρά περιφρόνηση για την Ιταλία. Αυτό, ούτε ο Μουσσολίνι δεν μπορεί να το αλλάξει.

30 Απριλίου 1941 (Τετάρτη) Χθες: [...] Συζήτηση με τον Φύρερ επί της κατάστασης. Λυπάται που αναγκάστηκε να επιτεθεί κατά της Ελλάδας. Οι Έλληνες δεν έκαναν κάτι που να τους άξιζε να το υποστούν. Σκοπεύει να τους φερθεί όσο πιο ανθρώπινα είναι δυνατόν. Οι Ιταλοί κάνουν το αντίθετο. Με τη συμπεριφορά τους δεν κερδίζουν παρά μίσος και αυξάνουν τη δημοτικότητά μας. [...] Η είσοδός μας στην Αθήνα καλωσορίστηκε από μια μερίδα του ελληνικού πληθυσμού. Αν μας αντικαταστήσουν οι Ιταλοί, θα υπάρξει σοβαρή δυσαρέσκεια. [...] Παρακολουθούμε την ταινία των επικαίρων με την είσοδό μας στην Αθήνα. Ο Φύρερ δυσκολεύεται να το χαρεί, τόσο τον έχει επηρεάσει η μοίρα της Ελλάδας. Όλα αυτά χάρις στα σφάλματα των Κυρίων Συμμάχων μας.

3 Μαΐου 1941 (Σάββατο) Χθες: [...] Οι μάχες στην Ελλάδα έφθασαν στο τέλος τους. Η Κρήτη πρόκειται να καταληφθεί με δυνάμεις αλεξιπτωτιστών. Κατά τα λοιπά, το ζήτημα τακτοποιήθηκε.

Από τη χρονολογία αυτή και για δεκαεπτά ημέρες, στο ημερολόγιο του Γερμανού υπουργού προπαγάνδας δεν εντοπίζεται καμία αναφορά στην Ελλάδα. Οι αναφορές, στην Κρήτη πλέον, επανεμφανίζονται στις 21 Μαΐου, με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, στην οποία ο Γκαίμπελς έχει ένα επιπλέον προσωπικό ενδιαφέρον, καθώς λαμβάνουν μέρος ο Harald Quandt, γιος της γυναίκας του από τον πρώτο της γάμο, καθώς και ο στενός του συνεργάτης Herbert Heiduschke.

21 Μαΐου 1941 (Τετάρτη) Χθες: [...] Επιτιθέμεθα κατά της Κρήτης με αερομεταφερόμενα τμήματα. Ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Έχει όμως προετοιμαστεί ως την τελευταία λεπτομέρεια.

22 Μαΐου 1941 (Πέμπτη) Χθες: [...] Η Αγγλική προπαγάνδα διατείνεται ότι κρατούν την Κρήτη στέρεα στα χέρια τους. Αλλά αυτά τα λέει η προπαγάνδα. Η πραγματικότητα είναι ότι προσγειώσαμε εκεί τέσσερα συντάγματα που απέδωσαν λαμπρά ως τα τώρα, και δεν τίθεται ζήτημα αποτυχίας να εδραιωθούμε. Η υπόθεση έχει μετεξελιχθεί σε ζήτημα γοήτρου για αμφότερες τις πλευρές. Ο τύπος των Ηνωμένων Πολιτειών υποστηρίζει ότι, εάν η εισβολή στην Κρήτη επιτύχει, τότε μια ανάλογη κατά της Βρετανίας θα είναι δυνατή. Δεν έχουμε ακόμη ανακοινώσει τίποτα. Ο Φύρερ αποφάσισε να περιμένει, καθώς η επιτυχία δεν έχει ακόμη εξασφαλιστεί. Αντιδρούμε μόνο στις εξωτερικές επιθέσεις, ιδιαίτερα εναντίον της ψευδούς δήλωσης του Τσώρτσιλ ότι οι άνθρωποί μας ενδύθηκαν νεοζηλανδικές στολές.

23 Μαΐου 1941 (Παρασκευή) Χθες: [...] Σκληρός αγώνας για την Κρήτη. Φαίνεται ότι έχουμε κερδίσει ένα στέρεο προγεφύρωμα. Παρ' όλες τις αγγλικές αντεπιθέσεις, κρατάμε το έδαφός μας και προοδεύουμε συνεχώς. Δεν σταθήκαμε τυχεροί στη θάλασσα. [...]

Εξακολουθούμε να μη λέμε κουβέντα για την υπόθεση της Κρήτης. Δεν έχουμε την πρόθεση να την μετατρέψουμε σε ζήτημα κύρους σε καμία περίπτωση. [...]

Η Κρήτη είναι το αντικείμενο συζήτησης όλου του κόσμου. Αλλά αδυνατούμε να δημοσιοποιήσουμε οτιδήποτε ακόμη. Ο Τσώρτσιλ το μετατρέπει σε ζήτημα κύρους. Αυτό είναι βλακώδες και μη συνετό, ως ένα βαθμό. Εν τω μεταξύ, οι λονδρέζικες εφημερίδες κραυγάζουν: "Θα υπερασπίσουμε την Κρήτη ως την τελευταία πνοή". Καλά, θα δούμε τι βρίσκεται πίσω από αυτό. [...]

Ένα εξαιρετικό μαγιάτικο απόγευμα. Τι όμορφος κόσμος! Αλλά οι άνθρωποι, τι αχρείοι που είναι! Εν τούτοις πρέπει να βρεις κάποιον τρόπο να τους διευθετήσεις κι αυτούς.

24 Μαΐου 1941 (Σάββατο) Χθες: [...] Η κατάσταση στην Κρήτη έχει ήδη βελτιωθεί κατά πολύ. Οι Εγγλέζοι αναγκάστηκαν να αποσύρουν τις μοίρες των καταδιωκτικών τους. Βομβαρδίζουμε τα αεροδρόμιά τους ακατάπαυστα. Έχουμε τώρα 15.000 άνδρες εκεί κάτω, ορισμένους με βαρύ οπλισμό. Σκληρός αγώνας. Μια από τις νηοπομπές μας κτυπήθηκε άσκημα. Η Λουφτβάφφε μας βύθισε τέσσερα από τα καταδρομικά τους. Η υπόθεση εξελίσσεται σε ένα ναυτικό νεκροταφείο για τους Εγγλέζους, ακριβώς όπως στο Νάρβικ. Πιστεύω, για τον λόγο αυτό, ότι σύντομα θα αποσυρθούν.

25 Μαΐου 1941 (Κυριακή) Χθες: [...] Η προσοχή του κοινού βρίσκεται εστιασμένη στην Κρήτη. Οι ειδήσεις βγαίνουν με το σταγονόμετρο, τόσο από την πλευρά μας όσο και από τους Εγγλέζους. Σε ό,τι μας αφορά, τα πράγματα εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο. Αλλά δεν μπορούμε να δημοσιοποιήσουμε τίποτα, καθώς η επιτυχία δεν έχει εξασφαλιστεί ακόμη εκατό τοις εκατό.

[...] Από την πλευρά του Λονδίνου, βαθύτατη απαισιοδοξία. Αφ' ης στιγμής αποσύρθηκε η βρετανική αεροπορία, απώλεσαν κάθε ελπίδα. Η χορωδία άρχισε να ψέλνει και στις ΗΠΑ. Η Μόσχα εκφράζει τον θαυμασμό της για την αποκοτιά της εφόδου φίλη στ' αλήθεια! Τώρα, επιτέλους, θέτουμε τον μηχανισμό της προπαγάνδας μας σε κίνηση. Ο Χάραλντ και ο Χέιντουσκ είναι ανακατεμένοι εκεί κάτω (στην Κρήτη), όπως με πληροφορούν από την Αθήνα.

27 Μαΐου 1941 (Τρίτη) Χθες: Η μάχη για την Κρήτη συνεχίζεται. Προσγειώσαμε κι άλλες ενισχύσεις. Ο Έλληνας Βασιλιάς πέταξε στο Κάιρο, αφήνοντας πίσω του μια πομπώδη διακήρυξη, που την κάνουμε κομματάκια μεθοδικά.

Η συμπεριφορά των Εγγλέζων απέναντι στους αλεξιπτωτιστές μας στην Κρήτη είναι σκανδαλώδης. Αλλά δεν επιτρέπω να δημοσιοποιηθεί, φοβούμενος μήπως ταραχθεί η κοινή μας γνώμη. Γενικός κανόνας: Οι Εγγλέζοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δειλοί, γιατί με αυτόν τον τρόπο καθιστούμε αφερέγγυα τη γενναιότητα των δικών μας ανθρώπων. [...]

29 Μαΐου 1941 (Πέμπτη) Χθες: [...] Τα πράγματα εξελίσσονται ευνοϊκά στην Κρήτη. [...] Τα Χανιά έπεσαν στα χέρια μας. Οι βρετανικές αναφορές είναι σκέτη μαυρίλα.

30 Μαΐου 1941 (Παρασκευή) Χθες: [...] Η προέλαση προχωρεί στην Κρήτη. Οι Εγγλέζοι αποσύρθηκαν περαιτέρω σε ενδότερες θέσεις. Ουδείς σοβαρός κίνδυνος επί του παρόντος.

[...] Παρακολουθώ νέο κινηματογραφικό υλικό από την Κρήτη: πολύ καλό και σε ορισμένες περιπτώσεις ασυνήθιστα δραματικό. Μόνο μέρος του μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε δημόσια προβολή, γιατί περιέχει πολλά στρατιωτικά μυστικά.

31 Μαΐου 1941 (Σάββατο) Χθες: [...] Η θέση της Αγγλίας στην Κρήτη είναι απελπιστική. Η αντίστασή τους κατέρρευσε. Φυγή! Οι υπόλοιπες δυνάμεις μας ήρθαν σε επαφή με τους αλεξιπτωτιστές στο Ρέθυμνο. Το Ηράκλειο βρίσκεται πλέον τελείως στα χέρια μας. [...] Η πτώση της νήσου δεν πρέπει να αργήσει. Η προπαγάνδα μας λειτουργεί στο φουλ. Επικεντρωνόμαστε στον Τσώρτσιλ που είχε πει ότι θα υπερασπίσει τη νήσο μέχρι της τελευταίας ρανίδας. Δεν του χαριζόμαστε πουθενά. Οι Εγγλέζοι είναι ένοχοι φρικτών ωμοτήτων εις βάρος των αιχμαλωτισμένων ανδρών μας. Ανακοινώνουμε τη δριμύτερη δυνατή αντεκδίκηση.

3 Ιουνίου 1941 (Τρίτη) Χθες: Τι όμορφη ημέρα: Η Κρήτη εκκαθαρίστηκε τελείως από τον εχθρό. Ένδοξα νέα. Τα ανακοινώνουμε τελετουργικά από το ραδιόφωνο. Προκαλούν βαθιά εντύπωση. Οι Εγγλέζοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα εκτός από το να λένε ηλίθιες αερολογίες. Χίλιες υπεκφυγές και δικαιολογίες. Δεν τους λυπόμαστε. Ο Τύπος και το ραδιόφωνο τους σφυροκοπούν χωρίς οίκτο. Γράφω ένα κοφτερό κύριο άρθρο, "Ο δοξασμός της υποχώρησης", πρώτο πράγμα! [...] Τι ωραία ημέρα! Τι μεγαλειώδεις νίκες! Είναι κανείς απόλυτα ευτυχισμένος και χαίρεται που ζει.

4 Ιουνίου 1941 (Τετάρτη) Χθες: [...] Το τέλος έφθασε στην Κρήτη. Οι αριθμοί των απωλειών μας φυσιολογικοί. Η επιχείρηση ικανοποίησε τις προσδοκίες μας. Δεν θα χρειαστεί να αλλάξουμε κάτι όταν ανάλογα εγχειρήματα ανακύψουν στο μέλλον. Θεωρία και πρακτική ταίριαξαν απολύτως.

[...] Η Κρήτη είχε καταθλιπτικές επιπτώσεις στο Λονδίνο. Προβάλλουν τις πλέον ασυνάρτητες δικαιολογίες. Τους κτυπάμε δυναμικά μέσω του Τύπου, αλλά στις ξενόγλωσσες εκπομπές μας προς την Αγγλία ο τόνος μας είναι μετριοπαθής και παραινετικός, για να αποφύγουμε τυχόν σκλήρυνση της στάσης του βρετανικού κοινού. [...]

[...] Κατά τα άλλα, υπάρχει γενική κατάπληξη στο Λονδίνο απέναντι στην επανάσταση της στρατιωτικής τέχνης, τεκμήρια της οποίας επιδείξαμε στην Κρήτη.

7 Ιουνίου 1941 (Σάββατο) Χθες: [...] Η Κρήτη παραμένει στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Ο Αγγλικός Τύπος εξανάγκασε τον Τσώρτσιλ να παραδεχθεί πως οι ισχυρισμοί του ότι τα στρατεύματά μας έφεραν ψεύτικες στολές ήταν ανακριβείς. Και κάποιες από τις ωμότητες κατά των τμημάτων μας διεπράχθησαν από Εγγλέζους και Νεοζηλανδούς στρατιώτες. Προκαλούμε μεγάλο θόρυβο γύρω από αυτό, καθώς οι Εγγλέζοι προσπαθούν να το παίξουν χαμηλά. Ο Χάραλντ μάς έγραψε μια χαρούμενη, εύθυμη επιστολή από την Κρήτη. Τα πήγε καλά.

8 Ιουνίου 1941 (Κυριακή) Χθες: [...] Η Κρήτη εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων, σε ό,τι αφορά τη διεθνή κοινή γνώμη. Κυκλοφόρησε μια ανεπιβεβαίωτη φήμη ότι ο Χέιντουσκ σκοτώθηκε εκεί. Αυτό θα ήταν τρομερό! Είμαι συντετριμμένος και δεν μπορώ να το πιστέψω. Ούτε και κατάφερα να το επιβεβαιώσω. Έτσι, μου απομένει μόνο να ελπίζω.

10 Ιουνίου 1941 (Τρίτη) Χθες: [...] Συγκέντρωσα πλέον πληροφορίες από αρκετές πηγές ότι ο Χέιντουσκ σκοτώθηκε με μια σφαίρα στο κεφάλι κοντά στα Χανιά. Δεν μπορώ να το πιστέψω και δεν θα το πιστέψω. Η αβεβαιότητα με αρρωσταίνει. Αν οι αναφορές είναι ακριβείς, θα είναι ένα φοβερό κτύπημα, και για μένα προσωπικά. Είναι ο πλέον αφοσιωμένος και αξιόπιστος συνεργάτης μου.

[...] Εργάζομαι σαν μέσα σε ένα όνειρο.

Όλη την ημέρα σκέπτομαι τον Χέιντουσκ. Τι απώλεια, τι απώλεια! Οι καλοί φεύγουν, οι κακοί μένουν! Τι σκληρός και άδικος που είναι ο πόλεμος!

16 Ιουνίου 1941 (Δευτέρα) Χθες: [...] Ο Φύρερ μου κάνει έναν απολογισμό της επιχείρησης στην Κρήτη. Η Κρήτη έπρεπε να κατακτηθεί, για να μη διαθέτουν οι Βρετανοί μια αεροπορική βάση κατά της Ιταλίας, καθώς οι Ιταλοί δεν είναι τόσο καρτερικοί όσο ο δικός μας λαός. Και ίσως στριμώξουμε τελικά και την Τουρκία, για να αποκτήσουμε καλύτερη πρόσβαση στην Αίγυπτο. Όπως και να έχει, τώρα κατέχουμε τη νήσο Κρήτη, και οι βαριές θυσίες μας δικαιώνονται. Αλλά, φυσικά, δεν μπορούμε να επαναλάβουμε αυτό το επώδυνο πείραμα σε ό,τι αφορά την Αγγλία.

[...] Έξω από το παράθυρο, η βροχή δέρνει τα τζάμια. Τι φοβερός Ιούνιος ο φετινός!

[Κάθε πρωί ο Γκαίμπελς κατέγραφε τα συμβάντα της προηγούμενης]

Επώδυνες συνέπειες παρά τις φαντασιόπληκτες καυχησιολογίες

Ώς τον Μάιο του 1941, έπειτα από δύο σχεδόν έτη πολέμου, οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές νίκες της Γερμανίας είχαν επιτευχθεί έναντι εξαιρετικά χαμηλού τιμήματος. Οι γερμανικές απώλειες στη Μάχη της Κρήτης προκάλεσαν σοκ στην ανώτατη γερμανική ηγεσία και τον ίδιο τον Χίτλερ προσωπικά, καθώς υπήρξαν βαρύτερες όλων των μέχρι τότε πολεμικών επιχειρήσεων, εάν εξετασθούν σε σχέση με το σύνολο των εμπλεκομένων δυνάμεων, τη σημασία του διακυβεύματος και την έκταση του καταληφθέντος εδάφους. Η εκστρατεία κατά της Πολωνίας, λόγου χάριν, στην οποία πολέμησαν επί ένα μήνα περίπου ένα εκατομμύριο Γερμανοί εναντίον 500.000 Πολωνών κόστισε στους Γερμανούς 16.000 νεκρούς, ενώ άλλοι 5.000 έχασαν τη ζωή τους στην εκστρατεία κατά της Νορβηγίας, όπου αντιπαρατέθηκαν επί δύο μήνες 100.000 Γερμανοί έναντι 50.000 Νορβηγών και 40.000 Συμμάχων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι απώλειες στη Μάχη της Κρήτης υπήρξαν, όχι αναλογικά πλέον αλλά σε απόλυτους αριθμούς, σημαντικά βαρύτερες από το σύνολο των απωλειών όλης της προηγούμενης εκστρατείας κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας: 4.200 νεκροί και 2.600 τραυματίες μέσα σε δέκα ημέρες στην Κρήτη, έναντι 1.750 νεκρών και 3.900 τραυματιών σε έναν μήνα στα Βαλκάνια.

Ειδικά στην περίπτωση των αλεξιπτωτιστών, η αποθέωσή τους υπήρξε και το κύκνειο άσμα τους: 3.100 νεκροί, δηλαδή τουλάχιστον ένας στους τρεις αλεξιπτωτιστές που ερρίφθησαν στην Κρήτη σκοτώθηκε ένας στους δύο κατεγράφη ως απώλεια, αν συνυπολογιστούν και οι 2.000 τραυματίες. Ανάμεσά τους ο διοικητής της αερομεταφερόμενης μεραρχίας, δύο διοικητές συνταγμάτων, πέντε διοικητές και υποδιοικητές ταγμάτων και δεκατρείς διοικητές λόχων. Μετά την Κρήτη, η μεραρχία των Γερμανών αλεξιπτωτιστών είχε ουσιαστικά τεθεί εκτός μάχης και χρειάστηκαν πέντε μήνες εντατικής ανασυγκρότησης στη Γερμανία, προτού βρεθεί ξανά στα πεδία των μαχών.

Παρά τις φαντασιόπληκτες καυχησιολογίες του Γκαίμπελς, στις 4 Ιουνίου 1941, ότι στην επιχείρηση κατά της Κρήτης «θεωρία και πρακτική ταίριαξαν απολύτως» και «δεν θα χρειαστεί να αλλάξουμε κάτι όταν ανάλογα εγχειρήματα ανακύψουν στο μέλλον», ο Χίτλερ δεν άργησε να προσγειώσει τον ενθουσιώδη συνεργάτη του δύο εβδομάδες αργότερα μιλώντας για «βαριές θυσίες» και για «επώδυνο πείραμα» που δεν μπορεί να επαναληφθεί αλλά και να κόψει τα φτερά τού επικεφαλής των αλεξιπτωτιστών πτέραρχου Κουρτ Στούντεντ, στον οποίο, μετά την παρασημοφορία του έναν μήνα αργότερα, δεν παρέλειψε να αποφανθεί: «Η Κρήτη απέδειξε ότι η εποχή των αλεξιπτωτιστών τελείωσε. Η χρήση τους απαιτεί τον αιφνιδιασμό, ο οποίος δεν είναι πλέον εφικτός».

«Για μένα, τον επικεφαλής των γερμανικών αερομεταφερομένων δυνάμεων», έκανε αργότερα τον απολογισμό του ο ίδιος ο Στούντεντ, «και μόνο το όνομα της Κρήτης διεγείρει πικρές αναμνήσεις. Έσφαλα όταν πρότεινα την επιχείρηση και το λάθος μου, όχι μόνο κόστισε την απώλεια τόσων πολλών αλεξιπτωτιστών που τους είχα σαν γιους μου αλλά μακροπρόθεσμα οδήγησε στην ανυπαρξία συνολικά το γερμανικό αερομεταφερόμενο όπλο που είχα δημιουργήσει».

Πράγματι, παρά τις ελπίδες του Στούντεντ, ουδέποτε πλέον οι Γερμανοί εκμεταλλεύθηκαν τους αλεξιπτωτιστές ως ιδιαίτερα στρατηγικό όπλο, αλλά αρκέστηκαν να τους χρησιμοποιούν ως επίλεκτη μονάδα καταδρομών. Και αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι, οι οποίοι δεν είχαν αρχικά αναπτύξει το σώμα αυτό όσο οι Γερμανοί, όχι μόνον δεν κατέληξαν στα ίδια με τον Χίτλερ απαγορευτικά συμπεράσματα αλλά, αντλώντας τα ορθά διδάγματα από τη Μάχη της Κρήτης, χρησιμοποίησαν αργότερα με επιτυχία το στρατηγικό πλεονέκτημα των αερομεταφερομένων στρατευμάτων, ιδιαίτερα στη Σικελία, την απόβαση της Νορμανδίας και την απελευθέρωση των Κάτω Χωρών.

Πηγή: εφημερίδα "Tα Νέα" :Επιλογή - μετάφραση: Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, ιστορικός Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Κατηγορία Ιστορικά

Σίγουρη απόδειξη για την εμφάνιση του πρώτου ανθρώπου στην Κρήτη πριν από τη νεολιθική περίοδο δεν έχουμε μέχρι σήμερα. Κοντά στο χωριό Ασφέντου, στην αρχή του Ασφεντιανού φαραγγιού, στη θέση Σκορδιλάκια, αποκαλύφθηκαν το 1971 σε ένα βραχώδες κοίλωμα, χαράγματα ζώων, μάλλον αγριμιών, τόξου και βέλους καθώς και άλλων συμβόλων. Ορισμένοι μελετητές τα αποδίδουν σε κυνηγούς της μεσολιθικής περιόδου, θεωρώντας τα στοιχεία χαρακτηριστικά της θηρευτικής οικονομίας αρχαιότερης από το παραγωγικό στάδιο (γεωργική και κτηνοτροφική οικονομία) της νεολιθικής εποχής, ενώ άλλοι τα τοποθετούν σε νεότερες εποχές.

neolithiki-epoxi

Για τη νεολιθική περίοδο (6100 - 3500/2900 π.Χ.) τα αρχαιολογικά στοιχεία στο νομό πλουτίζονται διαρκώς, χωρίς όμως να έχουν εντοπιστεί, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, σίγουρα ίχνη της αρχαιότερης νεολιθικής φάσης. Οι πρώτοι γεωργοί αρχικά εγκαταστάθηκαν κοντά στις ακτές και στη συνέχεια προχώρησαν προς την ορεινή ενδοχώρα. Οι γνωστές νεολιθικές θέσεις είναι στο σύνολό τους σπήλαια, διάσπαρτα, σε διάφορα σημεία του νομού, όπως στο Ακρωτήρι (Κουμαρόσπηλιος, Λερά, Αρκουδιώτισσα), στην Κίσαμο (Ελληνόσπηλιος κοντά στα Αφράτα, Αγία Σοφία στα Τοπόλια), στα Κεραμειά (σπήλαια Σκουραχλάδας), στο Θέρισσο. Η ανεύρεση ανθρώπινων σκελετών σε ορισμένα από αυτά, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι παράλληλα με την κατοίκησή τους χρησιμοποιήθηκαν και για αποθέσεις νεκρών. Μια ακόμη παράμετρος για την κατοίκηση και τη χρήση τους υπήρξε η αφθονία νερού σε αυτά. Δεν γνωρίζουμε αν τα παραπάνω σπήλαια είχαν ήδη από τα νεολιθικά χρόνια κάποια σχέση και με τη λατρεία, όπως έχει διαπιστωθεί για τις μετέπειτα περιόδους.

Χώρος δράσης του νεολιθικού ανθρώπου πρέπει να υπήρξε ο εύφορος κάμπος των Χανίων, όπως τουλάχιστον δείχνουν ορισμένα ευρήματα. Κοντά στο Δημόσιο Ψυχιατρείο ανασκάπτεται ένα ανώνυμο σπήλαιο με αξιόλογο αρχαιολογικό υλικό (σπήλαιο Αγίου Ιωάννου). Σε ανασκαφές μέσα στην πόλη βρέθηκε ύστερη νεολιθική κεραμική και στο χωριό Νεροκούρου ήρθαν στο φως τα μοναδικά, για το νομό βέβαια, ίχνη κατοίκησης σε ανοικτό οικισμό των μεταβατικών χρόνων από την ύστερη νεολιθική στην πρωτομινωική περίοδο. Επιφανειακή έρευνα στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου έδειξε ότι την ίδια εποχή σε διάφορες θέσεις στη βορειοδυτική πλευρά της χερσονήσου, όπως στους όρμους Καλαθά και Τερσανά, γινόταν κατεργασία οψιανού προερχόμενου από τη Μήλο (130 χλμ ΒΑ).

Η μεγάλη κλιματική μεταβολή του τέλους του Πλειστοκαίνου (10000 - 7000 π.Χ.) και η αύξηση της θερμοκρασίας που παρατηρείται τότε, ίσως συνετέλεσε στην αύξηση του πληθυσμού. Το φαινόμενο αυτό, σε συνδυασμό με την πιθανή κατάρρευση ορισμένων σπηλαίων από την εκτεταμένη τεκτονική δράση στην Κρήτη και το νότιο Αιγαίο, ίσως υπήρξαν τα αίτια μετακίνησης από τα σπήλαια στους ανοικτούς οικισμούς.

Της Μαρίας Ανδρεαδάκη Βλαζάκη: "Ο Νομός Χανίων μέσα από τα μνημεία του"

Κατηγορία Ιστορικά

Πριν από 63 χρόνια, στις 27 Μαΐου του 1941, σταμάτησε κάθε οργανωμένη αντίσταση στην Κρήτη σημειώνοντας το τέλος μιας από τις πιο ηρωικές στιγμές της αντίστασης των Συμμάχων στη ναζιστική πλημμυρίδα. Επίλεκτες γερμανικές αερομεταφερόμενες και αεροπορικές δυνάμεις, τρεις εβδομάδες μετά την κατάληψη της Αθήνας, στις 20 Μαΐου, άρχισαν την επίθεση που τους κόστισε τόσο πολύ σε ανθρώπινο υλικό ώστε το "όπλο" των αλεξιπτωτιστών δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ άλλη φορά από τον Χίτλερ σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Ο Τσόρτσιλ, στα απομνημονεύματά του, ομολογεί ότι από δικό του κακό υπολογισμό δεν είχε φροντίσει να οχυρώσει εγκαίρως την Κρήτη.

maxi-tis-kritis

Η Κρήτη θα μπορούσε να μην καταληφθεί από τους Γερμανούς, υποστηρίζει ο στρατιωτικός αναλυτής του βρετανικού Daily Telegraph Τζον Κίγκαν στο βιβλίο του Intelligence in War. Τη δεύτερη ημέρα της επίθεσης η γερμανική διοίκηση πίστευε ότι είχε χάσει τη μάχη. Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων στο νησί, η εσφαλμένη αντίληψη της ηγεσίας τους ότι από τη θάλασσα και όχι από τον αέρα θα ενεργούσαν επίθεση οι χιτλερικές δυνάμεις και κυρίως το σφάλμα τακτικής του βρετανού διοικητή της μονάδας, που προστάτευε το αεροδρόμιο του Μάλεμε, έδωσαν την ευκαιρία στους επιτιθέμενους να ανασυνταχθούν παρά τις μεγάλες απώλειές τους την πρώτη ημέρα της εισβολής και να καταλάβουν την Κρήτη. Είναι εντυπωσιακά και πολύ αποκαλυπτικά όσα αναφέρει ο Κίγκαν στο βιβλίο του.

Θα πρέπει να σημειωθεί εξ αρχής, γιατί είναι ουσιώδες, ότι την άνοιξη του 1941, όταν οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην Ελλάδα και τον Μάιο στην Κρήτη, οι Βρετανοί γνώριζαν τα γερμανικά μυστικά. Ο κρυπτογραφικός κώδικας επικοινωνίας του γερμανικού στρατού είχε "σπάσει" -κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό- και οι Βρετανοί ήταν σε θέση να γνωρίζουν τα σχέδια του Χίτλερ και των επιτελών του ως την τελευταία λεπτομέρεια. Το γερμανικό κρυπτογραφικό σύστημα "Enigma", ένα κυριολεκτικά θαύμα μαθηματικής λογικής, είχε τεθεί σε λειτουργία από τον Ιούνιο του 1932, προτού έρθει στην εξουσία ο Χίτλερ, αλλά Πολωνοί μαθηματικοί κατόρθωσαν να το διαβάσουν λίγα χρόνια αργότερα. Τον Ιούλιο του 1939, μόλις δυο μήνες πριν από την εισβολή των Πολωνών και την κήρυξη του πολέμου, οι Πολωνοί παράδωσαν τις κόπιες του Enigma στους Βρετανούς και τους Γάλλους και οι Βρετανοί το εγκατέστησαν στο αποκρυπτογραφικό επιτελείο τους στο Cipher School (GCCS) του Μπλέτσλι Παρκ στο Λονδίνο. Πέντε μήνες πριν από τη γερμανική επίθεση στη Γαλλία, το καλοκαίρι του 1940, οι Βρετανοί είχαν σπάσει και το βοηθητικό σύστημα του Enigma που χρησιμοποιούσε η Luftwaffe. Είναι βεβαιωμένο επίσης ότι τον Απρίλιο του 1941 οι Βρετανοί από το Κάιρο συνελάμβαναν μηνύματα και σήματα των γερμανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, τα έστελναν στο Μπλέτσλι Παρκ για να τα διαβάσουν και από εκεί πήγαιναν στο Γενικό Επιτελείο. Για λόγους ασφαλείας ήταν πολύ λίγα τα πρόσωπα που γνώριζαν το μυστικό - ο Τσόρτσιλ πληροφορήθηκε για το Enigma τρεις μήνες μετά την ανάδειξή του στην πρωθυπουργία και οι αμερικανοί στρατιωτικοί έναν σχεδόν χρόνο μετά το Περλ Χάρμπορ, τον Δεκέμβριο του 1941. Ακόμη και ο στρατηγός Γουέιβελ, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων στην Αίγυπτο, ήξερε ότι "ένας πράκτοράς μας, πολύ κοντά στη χιτλερική ηγεσία, μας ενημερώνει σχετικώς. Κρίνεται απολύτως αξιόπιστος". Φυσικά αυτό δεν γινόταν από όλους δεκτό, ιδιαίτερα όταν υπήρχαν και άλλες ενδείξεις που επέτρεπαν αμφισβήτηση των πληροφοριών του "πράκτορα". Η Κρήτη είχε την ατυχία να είναι μια τέτοια περίπτωση.

Ο Χίτλερ δεν είχε ενδιαφέρον να επιτεθεί στην Κρήτη τη στιγμή όπου ετοίμαζε την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Είχε απορρίψει εισηγήσεις του Γκέριγκ, ο οποίος επέμενε ότι "η κατάληψη της Κρήτης, της Κύπρου και της Μάλτας παρέχουν στη Γερμανία εφαλτήρια για την Εγγύς και τη Μέση Ανατολή". Ο Γκέριγκ είχε ετοιμάσει μια μεραρχία αλεξιπτωτιστών -κατά το πρότυπο του σοβιετικού Κόκκινου Στρατού- η οποία δεν είχε δείξει ως τότε τη δύναμή της και ήθελε τώρα να δώσει δείγματα της αξίας της. Υπό τον στρατηγό Κουρτ Στουντέντ, ήρωα του πολέμου 1914-1918, είχε πάρει μέρος στην κατάληψη της Δανίας, της Νορβηγίας, του Βελγίου και της Ολλανδίας την άνοιξη του 1940 χωρίς ιδιαίτερες διακρίσεις αλλά σχετικώς σοβαρές απώλειες - κάτι που δεν έδωσε τότε σημασία η ηγεσία του στρατού. Στις 24 Απριλίου του 1941, τρεις ημέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, ο Χίτλερ εξέδωσε τη διαταγή Νο 28, η οποία έθετε τους στόχους της επιχείρησης Merkur: "Πρέπει να προετοιμαστούμε για την κατάληψη της νήσου Κρήτης στο πλαίσιο του αεροπορικού πολέμου εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας. Η διοίκηση της επιχείρησης ανατίθεται στον αρχηγό-διοικητή των αεροπορικών δυνάμεων, ο οποίος θα χρησιμοποιήσει γι' αυτόν τον σκοπό πρωτίστως αερομεταφερόμενες δυνάμεις και την αεροπορία που σταθμεύει στη Μεσόγειο. Ο Στρατός που βρίσκεται στην Ελλάδα θα διαθέσει τις κατάλληλες ενισχύσεις, οι οποίες θα μεταφερθούν διά θαλάσσης". Αρχικά ο Χίτλερ είχε προτείνει, αν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν αερομεταφερόμενες δυνάμεις, ο στόχος να ήταν η Μάλτα, αλλά ο Στουντέντ και ο αρχηγός των επιχειρήσεων στρατηγός Γιοντλ αντιτάχθηκαν. Υποστήριξαν ότι η Μάλτα ήταν μικρή σε μέγεθος και θα επέτρεπε στους Βρετανούς να αντιτάξουν γερή άμυνα. Αντιθέτως η Κρήτη, κατά την εκτίμησή τους, "θα ανάγκαζε τους αμυνόμενους να διασκορπιστούν στη στενόμακρη νήσο, θα μείωνε τη δύναμη πυρός και αυτό θα ήταν προς όφελος των επιτιθέμενων. Ο Χίτλερ συγκατένευσε".

Έτσι στις αρχές Μαΐου η 7η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών αναχώρησε από τη βάση της στη Γερμανία και σιδηροδρομικώς κατέβηκε σε δεκατρείς ημέρες στην Ελλάδα. Ως δύναμη στήριξης εκεί ήταν η 5η Ορεινή Μεραρχία -μεγάλες απώλειες στη μάχη για την κατάληψη της Ελλάδας- και επρόκειτο να μεταφερθεί με τα αργοκίνητα αλλά ασφαλή Γιούγκερς 52 στην Κρήτη, ακολουθώντας τους αλεξιπτωτιστές και τα ανεμοπλάνα στην κατάληψη του νησιού. Οι βρετανικές δυνάμεις είχαν φθάσει στην Κρήτη τον Νοέμβριο του 1940, πολύ προτού αφιχθεί το εκστρατευτικό σώμα στην ηπειρωτική Ελλάδα, τον Απρίλιο, και αμέσως ο διοικητής τους ταξίαρχος Τάιτμπουρι είδε την απειλή της γερμανικής εισβολής από αέρος. Τα αεροδρόμια του Μάλεμε, του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου θα ήταν οι πρώτοι στόχοι. Οι δυνάμεις του ήταν τα υπολείμματα των όσων είχαν διαφύγει από την Ελλάδα: 27.000 περίπου Νεοζηλανδοί, Αυστραλοί και ένας λόχος επίλεκτων Βρετανών αλλά, δυστυχώς, ελάχιστοι Έλληνες.

"Η 5η Μεραρχία Κρητών βρισκόταν μακριά, στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αν ήταν στο νησί, οι Γερμανοί ήταν αδύνατο να καταλάβουν την Κρήτη. Οι Έλληνες υπερασπιστές ήταν μη Κρητικοί που κατέφυγαν από την Πελοπόννησο και μερικοί ντόπιοι, γέροι οι περισσότεροι και παιδιά, 9.000 συνολικά, που στρατολογήθηκαν βιαστικά σε οκτώ συντάγματα, οι περισσότεροι χωρίς στολή, με συνέπεια να τους σκοτώνουν οι Γερμανοί ως ατάκτους" γράφει ο Κίγκαν.

Επικεφαλής της Δύναμης Κρήτης (Creforce) ήταν ο στρατηγός Μπέρναρντ Φρέιμπεργκ, Νεοζηλανδός, ήρωας του Α΄ παγκόσμιου Πολέμου, τον οποίο εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Τσόρτσιλ. Έφθασε στην Κρήτη στις 29 Απριλίου και, όπως έλεγε, δεν επρόκειτο να μείνει. Ούτε αξιόμαχες στρατιωτικές δυνάμεις διέθετε ο Φρέιμπεργκ ούτε πολεμικό υλικό. Είχε όμως στη διάθεσή του σαφή μηνύματα των γερμανικών σχεδίων. Το επιτελείο τού Μπλέτσλι Παρκ παρακολουθούσε και αποκρυπτογράφιζε το Enigma συνεχώς. Στις 5 Μαΐου ο στρατηγός είχε στα χέρια του "την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή της επιχείρησης. Οι γερμανικές προετοιμασίες έπρεπε να ολοκληρωθούν στις 17 Μαΐου και η απόβαση των αλεξιπτωτιστών και των ανδρών που θα μετέφεραν τα ανεμοπλάνα θα κατευθυνόταν στο Μάλεμε, στο Ηράκλειο και στο Ρέθυμνο. Ευθύς αμέσως τα βομβαρδιστικά θα έκαναν επίθεση στο Μάλεμε και στα Χανιά. Αλλες στρατιωτικές μονάδες θα ενεργούσαν από τη θάλασσα". Στις 7 Μαΐου οι Βρετανοί αποκρυπτογράφησαν μέρος από το Enigma και προώθησαν στον Φρέιμπεργκ σήμα που διευκρίνιζε: "Τρία ορεινά συντάγματα, όχι το τρίτο Ορεινό Σύνταγμα της 5ης Μεραρχίας" θα ενεργούσε την επίθεση. Για κάποιον λόγο αυτό ερμηνεύτηκε από το επιτελείο του στρατηγού ως εξής: "Η 5η Ορεινή Μεραρχία θα ερχόταν από τη θάλασσα". Λάθος μοιραίο - η ιδέα για απόβαση αλεξιπτωτιστών δεν περνούσε από το μυαλό κανενός. Ως τότε μόνο από τη θάλασσα γινόταν απόβαση σε νησί. Τα κρυπτογραφήματα του Enigma μετέδιδαν σωστά τις γερμανικές προθέσεις: επίθεση στην Κρήτη με μία μεραρχία αλεξιπτωτιστών, το αερομεταφερόμενο με ανεμοπλάνα ΧΙ Σώμα Εφόδου και μία μεραρχία πεζικού που θα μετέφεραν στη νήσο αεροπλάνα. Οι αλλεπάλληλες γερμανικές διευκρινήσεις μόνο σύγχυση προξένησαν στο επιτελείο του Φρέιμπεργκ. Αλλά στις 13 Μαΐου, ώρα 5.45 μ.μ., ο στρατηγός έλαβε τη διαταγή OL2/302 του Enigma με τη συνολική εικόνα της επίθεσης: "πρώτον, η μεραρχία αλεξιπτωτιστών καταλαμβάνει Μάλεμε, Χανιά και Ρέθυμνο. Δεύτερον, άφιξη των μαχητικών και των βομβαρδιστικών στα κρητικά αεροδρόμια. Τρίτον, προσγείωση ανεμοπλάνων και μεταγωγικών με στρατιωτικές μονάδες. Τέλος, άφιξη διά θαλάσσης αντιαεροπορικών πυροβολαρχιών, εφοδίων και νέων δυνάμεων. Δόθηκαν διαταγές να μη ναρκοθετηθεί ο όρμος της Σούδας, ούτε να καταστραφούν τα κρητικά αεροδρόμια λόγω των επιχειρήσεων". Και ο Κίγκαν σχολιάζει: "Η διαταγή OL2/302 ήταν ένας συνοπτικός οδηγός της επιχείρησης Merkur, ένα από τα πιο ολοκληρωμένα σήματα έγκαιρης προειδοποίησης που έπεσε ποτέ σε χέρια εχθρού. Απεκάλυπτε τον χρόνο της επίθεσης, τους στόχους, τη σύνθεση και τη δύναμη του επιτιθέμενου. Κάτι σοβαρότερο, επειδή η επιτυχία του σχεδίου Merkur βασιζόταν στον αιφνιδιασμό, όπως όλες οι επιθέσεις από αέρος, η αποκάλυψη της διαταγής επιχειρήσεων έπρεπε να ήταν εξόχως τραυματική" για τους Γερμανούς. Αλλά ο Φρέιμπεργκ δεν έδωσε τη δέουσα σημασία. Ας μην ξεχνούμε όμως ότι δεν γνώριζε τίποτε για το Enigma και το μέγεθος της επιτυχίας των Βρετανών αποκρυπτογραφιστών. Το αρχηγείο στο Κάιρο τού είχε κάνει λόγο για κάποιον "ειδικό πράκτορα" που έδινε τις πληροφορίες και του απαγορεύτηκε να συζητήσει οτιδήποτε επ' αυτού με οποιονδήποτε. Έτσι δεν έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γερμανικό σχέδιο επίθεσης. Φυσικά "ήταν ενήμερος ότι οι Γερμανοί θα έκαναν επίθεση με χιλιάδες άνδρες και αερομεταφερόμενες δυνάμεις".

Η 20ή Μαΐου του 1941 ήταν μια γλυκιά ανοιξιάτικη μέρα. Το δελτίο καιρού της Creforce έγραφε: "Ουρανός ανέφελος, άπνοια, ορατότητα εξαιρετική - έως 20 μίλια παρά την ελαφρά νέφωση στα βουνά".

Νωρίς το πρωί γερμανικά βομβαρδιστικά βομβάρδισαν τις βρετανικές θέσεις, αλλά αυτό γινόταν καθημερινά σχεδόν τελευταία. Ακολούθησε ηρεμία ως τις 8 π.μ., όταν βομβαρδίστηκε πάλι το Μάλεμε με αρκετά θύματα και εμφανίστηκε το πρώτο κύμα των Ju-52 που έσερναν τα ανεμοπλάνα με άνδρες -δέκα το καθένα- του συντάγματος των επιλέκτων. Μέσα σε δευτερόλεπτα προσγειώθηκαν δυτικά του Μάλεμε, αλλά οι άνδρες υπό τον ταγματάρχη Κοχ με το επιτελείο του έγιναν δεκτοί με συγκεντρωτικά πυρά των Νεοζηλανδών που κρατούσαν γερά τον Λόφο 107 που δέσποζε της περιοχής. Διοικητής τους ήταν ο αντισυνταγματάρχης Λέσλι Αντριου, ένας γενναίος και έμπειρος στρατιώτης. Δύο τανκς, δύο πυροβόλα και αρκετά αντιαεροπορικά ήταν μαζί με τα ντουφέκια των ανδρών του η "δύναμη πυρός" της άμυνας. Έκανε όμως θαύματα. Οι απώλειες των Γερμανών ήταν μεγάλες, ιδιαίτερα σε αξιωματικούς - ένας λόχος είχε 18 νεκρούς και επτά τραυματίες στα πρώτα λεπτά της μάχης. "Είχαν πει στους αλεξιπτωτιστές ότι η φρουρά της Κρήτης ήταν μικρή, μόλις 12.000 άνδρες, ότι η αντίσταση θα ήταν ασήμαντη και ότι οι Κρητικοί τούς ετοίμαζαν φιλική υποδοχή. Και στα τρία έκαναν λάθος. Οι Κρητικοί μπήκαν στη μάχη με κάθε όπλο που βρήκαν από τη στιγμή όπου άρχισε η επίθεση, μια πράξη συλλογικού θάρρους που επρόκειτο να πληρώσουν πολύ ακριβά, μόλις οι Γερμανοί είχαν την ευκαιρία". Οι απώλειες των αλεξιπτωτιστών ήταν μεγάλες, Νεοζηλανδοί, Βρετανοί και Έλληνες στρατιώτες, κάτω από ελιές και μέσα σε αμπέλια, τους αποδεκάτισαν στον αέρα καθώς έπεφταν με τα αλεξίπτωτα. Επειδή τα όπλα τους ήταν φορτωμένα σε άλλα αεροπλάνα, ακόμη και εκείνοι που δεν είχαν σκοτωθεί στον αέρα έβρισκαν το θάνατο, άοπλοι καθώς ήταν, μόλις έφταναν στο έδαφος. "Από τα μεταγωγικά Ju-52 που έφθασαν κοντά στο Ρέθυμνο κατά τις 7 αργά το απόγευμα, 15 καταρρίφθηκαν και λόχοι ολόκληροι αποδεκατίστηκαν - σε έναν λόχο έμειναν πέντε μόνο. Ανάμεσα στους νεκρούς και τρία αδέλφια, της ιστορικής οικογένειας Μπλίχερ - ένας υπολοχαγός, ο άλλος λοχίας και ο τρίτος απλός στρατιώτης".

Την επομένη, 21η Μαΐου, οι δυνάμεις του Φρέιμπεργκ κρατούσαν γερά. Τα αεροδρόμια του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου ήταν στα χέρια των Βρετανών, μολονότι οι Γερμανοί πολεμούσαν σκληρά στα βενετσιάνικα τείχη του Ηρακλείου. "Ο εχθρός βρισκόταν σε δεινή θέση, ήταν απλώς ζήτημα χρόνου πότε θα έπεφταν μέχρι ενός, είτε θα παραδίδονταν - εκτός και αν η μάχη σε κάποιο άλλο σημείο της Κρήτης γύριζε εναντίον των Βρετανών. Και αυτό έγινε. Το αεροδρόμιο του Μάλεμε έμελλε να εγκαταλειφθεί από τους αμυνόμενους στη διάρκεια της νύχτας. Έτσι οι Γερμανοί μπορούσαν τώρα να το χρησιμοποιήσουν για να φέρουν και την 5η Ορεινή Μεραρχία, ανατρέποντας αποφασιστικά την κατάσταση προς όφελός τους. Η Μάχη της Κρήτης χανόταν". Μόλις έπεσε το σκοτάδι "ο Αντριου κατέληξε στο ολέθριο συμπέρασμα ότι οι δύο λόχοι της εμπροσθοφυλακής του είχαν εξουδετερωθεί και ότι εκείνο που όφειλε να κάνει ήταν να αποσύρει τους άλλους δύο λόχους και να τους ενώσει με τις δυνάμεις του ταξίαρχου Τζ. Χέργκεστ στα ανατολικά για να ετοιμάσουν την αντεπίθεση". Καταστροφική απόφαση από λάθος εκτίμηση. Διότι η εμπροσθοφυλακή τού Αντριου κρατούσε τις θέσεις της παρ' όλο που δεχόταν μεγάλη πίεση. Αργά μέσα στη νύχτα, βλέποντας ότι το κύριο σώμα είχε υποχωρήσει, εγκατέλειψε βιαστικά τις θέσεις της ανοίγοντας το δρόμο στους Γερμανούς. "Από κακό υπολογισμό τους δόθηκε ζωτικής σημασίας έδαφος". "Στην Αθήνα η ανώτερη γερμανική διοίκηση συμπέρανε, εκείνη τη νύκτα της 20ής προς την 21η Μαΐου, ότι η μάχη είχε χαθεί. Ο στρατηγός Στουντέντ καταλάβαινε ότι αντιμετώπιζε όχι μόνο τον αφανισμό της μεραρχίας του αλλά της φήμης και της καριέρας του. Συγκάλεσε συμβούλιο για να καταστρώσουν νέο σχέδιο, νέοι αλεξιπτωτιστές θα πλαισίωναν νέα δύναμη υπό τον συνταγματάρχη Ράμκε και θα έπεφταν μέσα στις πίστες των αεροδρομίων και ο σμηναγός Κλέε θα προσγειωνόταν κάπου για να φέρει πολεμοφόδια που ήταν απαραίτητα". Όπως και έγινε.

Η Κρήτη ήταν μια μεγάλη καταστροφή για τη Γερμανία - αποδεκατίστηκε η μονάδα αλεξιπτωτιστών, οι επίλεκτοι του Χίτλερ. Ήταν όμως και μια μάχη που έχασε η Βρετανία, παρ' όλο που είχε έγκαιρη, πλήρη και αξιόπιστη πληροφόρηση για τα σχέδια, τους στόχους και τη δύναμη που διέθεταν οι Γερμανοί.

Πηγή: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ

Κατηγορία Ιστορικά

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι άνθρωποι της περιοχής διάλεξαν αυτή την όμορφη και στρατηγικής σημασίας θέση στα ανατολικά του κόλπου των Χανίων, εδώ και 5.000 χρόνια σχεδόν. Ούτε είναι άσχετο το ότι οι παλιοί κάτοικοί της, οι Κύδωνες, θεωρούνταν αυτόχθονες και ότι ο Όμηρος αναφέρει την πόλη τους σα μια από τις τρεις σπουδαιότερες της Κρήτης. Και φυσικά μια τέτοια πόλη δε θα μπορούσε, για τους αρχαίους, παρά να κτίστηκε μόνο από τους θεούς. Έτσι, ο πρώτος οικιστής της Κυδωνίας, ο Κύδωνας, ήταν γιος για άλλους του θεού Ερμή και για άλλους του Απόλλωνα και της κόρης του Μίνωα Ακακαλίδας. Το μύθο της σχέσης της πόλης με το Μίνωα τον βεβαιώνει τα τελευταία χρόνια η αρχαιολογική σκαπάνη, που φέρνει στο φως ένα σημαντικό μινωικό κέντρο με πιθανό ανάκτορο, την Ku-do-ni-ja των πινακίδων της Κνωσού.

palia-poli

Πάνω στο λόφο Καστέλι, κοντά στο παλιό λιμάνι, οι πολιτισμοί διαδέχονται μέχρι σήμερα ο ένας τον άλλο. Μέσα από τα στενά περιθώρια, που αφήνουν τα βαθιά θεμέλια των γκρεμισμένων από το βομβαρδισμό του 1941 βενετσιάνικων μεγάρων, προσπαθούν οι αρχαιολόγοι να συνθέσουν την ιστορία αυτής της πόλης. Τη συνέχειά της σου δείχνουν, αφού αφαιρέσεις τα σύγχρονα φτιασίδια, τα τείχη και οι εκκλησίες, τα δημόσια και ιδιωτικά μέγαρα, ή τα απλά σπιτάκια στα Βενετικά σοκάκια. Διαχρονική είναι η πορεία της παλιάς πόλης των Χανίων.

Τη Μινωική Ku-do-ni-ja διαδέχθηκε η Κυδωνία των Ιστορικών Χρόνων, πόλη μεγάλη με καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα της περιοχής. Αρκετά ευρήματα στο αρχαιολογικό μουσείο των Χανίων, λίγες ορατές ανασκαφές σε πολλά σημεία της παλιάς και της νέας πόλης και το κτισμένο από το οικοδομικό υλικό της Κυδωνίας Βυζάντιο τείχος, που με τη σειρά του πατεί πάνω στο Ελληνιστικό, δείχνουν την πορεία αυτή μέσα από τους αιώνες. Στα Υστερορωμαϊκά χρόνια η Κυδωνία είναι ακόμη η σπουδαιότερη πόλη της περιοχής και για το λόγο αυτό ορίζεται έδρα της ομώνυμης παλαιοχριστιανικής Επισκοπής. Είναι περιορισμένες οι πληροφορίες μας τόσο από τις ιστορικές πηγές, όσο και οι αρχαιολογικές μαρτυρίες. Η πιο σημαντική είναι η ανακάλυψη, το 1989, κάτω από τα θεμέλια του Βενετσιάνικου καθεδρικού ναού, στη συνοικία Καστέλι, μιας μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, η οποία βεβαιώνει ότι και στην περίοδο αυτή ήταν εδώ το κέντρο της πόλης.

Από το Βίο του Νικολάου του Ομολογητή, γνωστού καλλιγράφου και ηγούμενου της περίφημης Μονής Στουδίου, μαθαίνουμε για τον πλούτο της πατρίδας του Κυδωνίας κατά τον 9ο αιώνα, αλλά και για τις καταστροφές που προξένησαν οι Σαρακηνοί Αραβες. Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά, το 961, το Καστέλι οχυρώνεται με τείχος, κτισμένο από τα αρχιτεκτονικά μέλη της αρχαίας Κυδωνίας, η οποία πλέον έχει χάσει την παλιά της αίγλη. Στο διάστημα μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα αλλάζει το όνομα της πόλης σε Χανιά, ενώ η έδρα της Επισκοπής μεταφέρεται στον ασφαλέστερο οικισμό της ενδοχώρας, Αγιά.

Η περιοχή των Χανίων πέφτει στα χέρια των Βενετών μόλις στα 1252, οπότε μαθαίνουμε για την ανοικοδόμησή της από το πολύ σημαντικό έγγραφο παραχώρησής της σε Βενετούς αποίκους. Μέσα στον οχυρωματικό περίβολο, που επισκευάζεται, κτίζεται μια νέα πόλη με σύγχρονο ρυμοτομικό σχέδιο, ωραία δημόσια και ιδιωτικά κτίρια και τον καθεδρικό ναό της Παναγίας. Έξω από τα τείχη, στις αρχές του 14ου αιώνα, κτίζονται οι Μονές του Αγίου Φραγκίσκου των Φραγκισκανών, και του Αγίου Νικολάου των Δομηνικανών μοναχών. Στα αστικά κέντρα της Κρήτης επικρατεί το καθολικό στοιχείο, αντίθετα με την ύπαιθρο, όπου κυριαρχούν οι ορθόδοξοι. Από την πρώτη περίοδο της πόλης, κατά την οποία αυτή περιορίζεται μέσα στα όρια του Καστελιού, ελάχιστα στοιχεία σώζονται, καθώς οι σεισμοί και οι άλλες καταστροφές είναι συχνές. Τα Χανιά, λόγω της επίκαιρης θέσης τους στη Μεσόγειο και της πλούσιας, αγροτικής ενδοχώρας, εξελίσσονται στη δεύτερη πόλη του Βασιλείου της Κρήτης. Σταδιακά η πόλη επεκτείνεται έξω από τα τείχη, κατά τρόπον ώστε να είναι απαραίτητη η νέα και σύγχρονη οχύρωσή της, τη στιγμή μάλιστα που πλησιάζει διαρκώς η απειλή της Τουρκικής κατάκτησης. Έτσι, από το 1538, με σχέδια και επίβλεψη αρχικά του διάσημου στα οχυρωματικά έργα μηχανικού Michele Sammicheli από τη Βερόνα, αρχίζει η οικοδόμηση των νέων οχυρώσεων, οι οποίες έχουν παραλληλόγραμμο σχήμα και κλείνουν αρκετά μεγάλη έκταση. Τα τείχη με την τάφρο περιλαμβάνουν και το λιμάνι και είναι κτισμένα με τις πιο σύγχρονες αντιλήψεις της οχυρωματικής τέχνης. Μέσα στη νέα αυτή πόλη με το καλύτερο ρυμοτομικό σχέδιο, κτίζονται ή επισκευάζονται ναοί με πολλά άλλα κτίρια, που ακολουθούν τις τάσεις του Βενετσιάνικου Μανιερισμού. Από αυτά ορισμένα σώζονται μέχρι τις μέρες μας. Η πόλη αποκτά νέο υδραγωγείο, κτίσματα για την εξυπηρέτηση στρατιωτικών αναγκών, ενώ στο λιμάνι κτίζονται σταδιακά 22 νεώρια για τη φιλοξενία και επισκευή κατά το χειμώνα των πλοίων του στόλου. Ταυτόχρονα η αμυντική θέση των Χανίων ενισχύεται με οχυρωματικά έργα στις νησίδες Σούδα, Αγιοι Θεόδωροι και Γραμβούσα, καθώς και σε άλλες επίκαιρες θέσεις.

Παρά τις προσπάθειες αυτές ωστόσο, η πόλη μετά από σύντομη πολιορκία πέφτει στα χέρια των Τούρκων στις 22 Αυγούστου του 1645. Οι νέοι κατακτητές φέρνουν το δικό τους τρόπο ζωής, αν και κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αποτελούνται από εξισλαμισμένους Κρητικούς, που φυσικά επηρεάζουν την κατάσταση σε πολλούς τομείς. Οι μεγάλοι καθολικοί ναοί μετατρέπονται σε τζαμιά, στους ορθόδοξους παραμένει ο μοναδικός μικρός ναός των Αγίων Αναργύρων, ενώ κτίζονται από την αρχή νέα τζαμιά και άλλα κτίρια για την εξυπηρέτηση των νέων κατακτητών. Η τοπική αρχιτεκτονική ωστόσο μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα θα εξακολουθήσει να επηρεάζεται από την αυστηρή Βενετσιάνικη παράδοση, με κάποιες παραχωρήσεις στο ανατολίτικο χρώμα. Οι συχνές επαναστάσεις στο χώρο της Δυτικής Κρήτης αναγκάζουν την Οθωμανική κυβέρνηση να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Κρήτης στα Χανιά, γεγονός που θα επηρεάζει σοβαρά της εξέλιξη της πόλης, ιδίως μετά την επικράτηση μιας πιο ανεκτικής πολιτικής, παράλληλα με την οικονομική άνθηση. Κτίζονται νέες δημόσιες και ιδιωτικές οικοδομές, που ακολουθούν τις σύγχρονες τάσεις του Νεοκλασικισμού, η πόλη επεκτείνεται προς το αριστοκρατικό προάστιο Χαλέπα και άλλες περιοχές. Αποκτά ένα έντονο ευρωπαϊκό χαρακτήρα και ξεφεύγει σιγά σιγά από τα περιορισμένα όρια των οχυρώσεων, οι οποίες θεωρούνται πλέον άχρηστες και εν μέρει κατεδαφίζονται. Νέοι ναοί και Κοινοτικά Ιδρύματα κτίζονται, όπως ο καθεδρικός ναός της Τριμάρτυρης, Σχολεία κ.ά.

Το 1898 με την ίδρυση της ημιαυτόνομης Κρητικής Πολιτείας και την αύξηση του διεθνούς ενδιαφέροντος για το Κρητικό Ζήτημα, τα Χανιά μετατρέπονται σε πολυεθνική πρωτεύουσα. Νέα ήθη έρχονται να ταράξουν το συντηρητικό τρόπο ζωής των κατοίκων, χωρίς να αφήνουν ανεπηρέαστο και το χώρο. Το κέντρο βάρους σταδιακά μετατοπίζεται έξω από την παλιά πόλη, που αρχίζει πλέον να υποβαθμίζεται. Τα γεγονότα που ακολουθούν με την παρουσία των Χανιώτη πολιτικού, Ελευθέριου Βενιζέλου, επιταχύνουν τη λύση του Κρητικού Ζητήματος, το οποίο λύνεται οριστικά στις 1 Δεκεμβρίου 1913, με την ύψωση της Ελληνικής σημαίας στο φρούριο του Φιρκά.

Από το σημείο αυτό και πέρα γίνονται πολλές επεμβάσεις για τον εκσυγχρονισμό της παλιάς πόλης, οι οποίες λειτουργούν σε βάρος της μνημειακής της μορφής. Μεγάλες καταστροφές προκαλούνται από τον αεροπορικό βομβαρδισμό του 1941 και την εφαρμογή του νέου ρυμοτομικού σχεδίου του 1947. Το 1965 η παλιά πόλη χαρακτηρίζεται σε ιστορικό διατηρητέο μνημείο και γίνονται προσπάθειες για την ανάδειξή της.

Παρ' όλ' αυτά και παρά την έντονη ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων, η παλιά πόλη των Χανίων διατηρεί σε μεγάλο βαθμό το ιστορικό της πρόσωπο, που αποκαλύπτεται σε αυτούς που το αναζητούν μέσα στα στενά σοκάκια, πίσω από τις καταστροφές και τις αλλοιώσεις, ή θαμμένο κάτω από τη γη, όπως τα τείχη, που βγαίνουν και πάλι στην επιφάνεια τα τελευταία χρόνια.

Πηγή: "Ματιές στην Παλιά Πόλη"
Μιχάλης Γ. Ανδριανάκης

Κατηγορία Ιστορικά

Ελληνορωμαϊκή Περίοδος (67-330)μ.χ

Η ιστορία της πόλης των Χανιών ξεκινά από την Νεολιθική εποχή όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα που υπάρχουν (3η-2η χιλιετία π.χ ).

Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, η πόλη των Χανίων διατήρησε την ακμή της, αφού μεταξύ άλλων διέθετε και Θέατρο. Τα υλικά του θεάτρου χρησιμοποιήθηκαν από τους ενετούς το 1583 για την ανοικοδόμηση των τειχών της πόλης.

Οι Ρωμαίοι που διέβλεπαν τη στρατηγική σημασία του νησιού και το ρόλο που μπορούσε να παίξει στα κατακτητικά τους σχέδια στο χώρο της Ανατολής αποφάσισαν να καταλάβουν την Κρήτη. Η Κυδωνία ήταν η πρώτη πόλη που συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους. Παρά τη σθεναρή όμως αντίσταση που πρόβαλε, η πόλη υποδουλώθηκε στις ασύγκριτα μεγαλύτερες δυνάμεις του κατακτητή. Ο πόλεμος εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη Κρήτη, που μέσα σε δύο χρόνια είχε καταληφθεί εξ ολοκλήρου.

Α' Βυζαντινή Περίοδος (330-824.μ.χ)

Στην περίοδο αυτή τα ενδιαφέροντα του Βυζαντίου επικεντρώνονται στην Ανατολή. Η Κρήτη όπως και όλες οι άλλες επαρχίες πέφτουν σε αφάνεια και ιστορικό λήθαργο.

Το 330μ.χ ο Μ. Κωνσταντίνος αποσπά την Κρήτη από την Κυρηναϊκή και την προσαρτά στην Ιλλυρία. Αργότερα η Κρήτη αποτελεί ιδιαίτερο θέμα αυτοτελή δηλαδή διοικητική περιφέρεια κάτω από βυζαντινό στρατηγό, που κατέχει την ενδέκατη θέση ανάμεσα στους 64 αξιωματούχους του βυζαντινού κράτους Διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Κρήτης εξακολουθεί να είναι η Γόρτυνα. Ο πληθυσμός της Κρήτης καθαρά ελληνικός, έχει ασπαστεί εξ ολοκλήρου τον Χριστιανισμό. Επίσης σοβαρές για την Κρήτη συνέπειες έχουν οι επιδρομές των Αράβων. Οι επιδρομές αυτές αποκρούονται με τα πενιχρά μέσα της εποχής και ματαιώνονται τα σχέδια των Αράβων. Οι αραβικές επιδρομές μαζί με τις θεομηνίες έχουν τις καταστροφικότερες τους συνέπειες και συντελούν, μεταξύ των άλλων, στην παρακμή πολλών πόλεων και στις βαθιές αλλαγές στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Δεν διαθέτει ακόμα η Κρήτη ισχυρή και οργανωμένη άμυνα κι ο βυζαντινός στόλος βρίσκεται σε αδυναμία να προστατεύσει την ευαίσθητη αυτή περιοχή.

Αραβοκρατία (824 -961 μ.χ)

Κατά την περίοδο της Αραβοκρατίας (824-961 μ.χ) κι επί αυτοκράτορα Μιχ. Τραυλού με αφορμή μια κρίση που ξεσπά στο μουσουλμανικό στοιχείο της Ισπανίας, ο Αργηγός της Κόρδοβας Αμπού Χαψ Ομάρ αναγκάζεται να μετακινηθεί με το λαό του, αναζητώντας νέο τόπο εγκατάστασης Ο λαός αυτός στοιχείο πειρατικό και τυχοδιωκτικό, κατορθώνει την εγκατάσταση του το 824μ.χ στην Κρήτη. Ανοίγει λοιπόν μια νέα περίοδος στο ιστορικό κεφάλαιο της Κρήτης που στάζει αίμα και δάκρυ.

Από ανεύρεση αραβικών νομισμάτων σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι Άραβες, δεν καταλαμβάνουν ολόκληρο το νησί, αφού. για την άσκηση των πειρατικών τους επιδρομών χρειάζονται μόνο παράλια ορμητήρια Ο Χάνδακας αποτελεί το ισχυρότερο κέντρο εξόρμησης και ένα τόπο όπου συγκεντρώνονται τα λάφυρα των διαρπαγών και της λεηλασίας. Η Κρήτη αποκόβεται από τον κορμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Βυθίζεται στο πυκνό πνευματικό σκοτάδι μιας μακρόχρονης αραβικής νύχτας.

Β' Βυζαντινή Περίοδος (961 -1204 μ.χ)

Με την ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά και την ένταξη της και πάλι στον κορμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αρχίζει μια νέα περίοδος, που διαρκεί 250 χρόνια. Κύριο μέλημα του Βυζαντίου είναι η αποκατάσταση και σταθεροποίηση της εξουσίας στο νησί. Για να το πετύχουν όμως αυτό οι βυζαντινοί και να αποτρέψουν μελλοντικό αραβικό κίνδυνο, οργανώνουν την άμυνα του νησιού και κατασκευάζουν ισχυρά οχυρωματικά έργα στα παράλια και σε άλλες επίκαιρες θέσεις. Στην περίοδο αυτή σημειώνεται ένα μοναδικό πολιτικό γεγονός ,που αναφέρεται στη στάση την οποία οργανώνει ο Δούκας της Κρήτης κατά του αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού (1092-1093).

Ενετοκρατία (1204-1669)

Κατά την Ενετοκρατία όταν οι ενετοί κατέλαβαν την πόλη άρχισαν να την ανοικοδομούν, κι έχτισαν φρούριο στην κορυφή του λόφου με το όνομα Καστέλι που ακούγεται ως σήμερα. Στο Καστέλι έχτισαν τη μητρόπολη τους, το παλάτι του Ρετούρη (Διοικητή), και τις κατοικίες των μεγάλων αξιωματούχων, που για λόγους ασφαλείας το οχύρωσαν. Γύρω από το Καστέλλι αναπτύχθηκε μια άλλη οικιστική ενότητα γνωστή ως βούργοι, δηλαδή προάστια. Λίγα χρόνια αργότερα το 1266 οι Γενοβέζοι, αντίπαλοι των ενετών μπόρεσαν να καταλάβουν την πόλη ,την οποία αφού λεηλάτησαν, παρέδωσαν στη φωτιά .

Οι ενετοί έχτισαν πάλι την πόλη ακολουθώντας ενετικά πρότυπα αρχιτεκτονικής. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα σώζονταν ακόμα οι επιβλητικές είσοδοι των παλατιών των ενετών αρχόντων και κυριαρχούσε η γοτθική αρχιτεκτονική. Η οχύρωση της πόλης άρχισε το 1336 και κράτησε 20 χρόνια. Τα τείχη όμως αυτά δεν κρίθηκαν ικανά να προστατεύσουν την πόλη στην πολιορκία των Τούρκων, που μετά από δίμηνη πολιορκία η πόλη έπεσε στις 22 Αυγούστου 1645 .Οι εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά, για να προστεθούν ακόμα και ορισμένα νέα, λογχίζοντας με τους μιναρέδες τους τον κρητικό ουρανό. Τα Χανιά όπως και οι άλλες πόλεις της Κρήτης που καταλήφθηκαν, παίρνουν ανατολίτικη όψη.

Τουρκοκρατία (1669-1898)

Παρά τις προσπάθειες, ωστόσο, των ενετών να ενισχύσουν την άμυνα του νησιού ώστε να αντέξει σε πιθανή τουρκική επίθεση, το μέλλον της ήταν προδιαγραμμένο. Οι Τούρκοι καταβάλλουν έντονες προσπάθειες να κυριαρχήσουν στην πολύτιμη για τον έλεγχο της Μεσογείου Κρήτη. Μετά από μια ρευστή περίοδο που συνοδεύεται από επιδρομές, λεηλασίες διπλωματικές και άλλες ενέργειες στις οποίες περιλαμβάνονται οι προσπάθειες και των δύο πλευρών να προσεταιριστούν το ντόπιο πληθυσμό, αρχίζει τελικά στα 1645 η εκστρατεία κατάληψης της Κρήτης από τους Τούρκους.

Με την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους στις 22 Αυγούστου 1645, οι νέοι κατακτητές στην προσπάθεια τους να προσεταιριστούν το ντόπιο πληθυσμό, επαναφέρουν τον ορθόδοξο επίσκοπο Κυδωνίας στην αρχαία του έδρα, αποκαθιστώντας έτσι την εκκλησιαστική τάξη. Οι νέοι κατακτητές φροντίζουν, εκτός από την μετατροπή των καθολικών εκκλησιών σε τζαμιά για την ανοικοδόμηση και νέων. Επίσης κατασκευάζονται και δημόσια λουτρά, από τα οποία τρία σώζονται μέχρι σήμερα, όπως και δημόσιες κρήνες, συνδεμένες συνήθως με τα τζαμιά, σύμφωνα με τα καθιερωμένα στην μουσουλμανική θρησκεία.

Η μεγάλη Επανάσταση του 1821 όμως προκαλεί ένα ισχυρό κραδασμό στις σχέσεις των δύο λαών. Στην πόλη των Χανίων όπου έχει συγκεντρωθεί το σύνολο σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού της υπαίθρου, οργανώνονται μεγάλες σφαγές του Χριστιανικού στοιχείου. Μετά το τέλος της Επανάστασης, η Κρήτη παραχωρείται στον αιγύπτιο ηγεμόνα Μεχμέτ Αλή έως το 1841 οπότε και επανέρχεται στην τουρκική εξουσία.

Το 1878 υπογράφεται η συνθήκη της Χαλέπας. Την εποχή αυτή το Κρητικό ζήτημα έχει πάρει διεθνείς διαστάσεις και αποτελεί ένα από τα ακανθώδη προβλήματα στις σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας με έντονη ανάμιξη και των "Μεγάλων Δυνάμεων" της εποχής .

Κατά τον Ιανουάριο του 1897, σφαγές του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης από τους Τούρκους και η πυρπόληση των χριστιανικών συνοικιών, δημιουργούν μεγάλη αναταραχή και επισπεύδουν τον ερχομό της αυτονομίας του νησιού.

Με την ίδρυση της "Κρητικής Πολιτείας" στα 1898 υπό τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας, τα Χανιά γνωρίζουν την μεγαλύτερη ακμή στην ιστορία τους, ως πρωτεύουσα της Κρήτης.

Μέσα στο ιδιόρρυθμο αυτό κλίμα ωριμάζουν οι προϋποθέσεις για την ένωση με την Ελλάδα, κυρίως μετά την επανάσταση του Θερίσου το 1905 όπου αναδείχθηκε και η ηγετική μορφή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 γίνεται και τυπικά η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, με συμβολική ύψωση της ελληνικής σημαίας στο Φρούριο του Φιρκά. Από τότε η Κρήτη ακολουθεί τις τύχες του ελληνικού κράτους και τα Χανιά ξαναγίνονται σιγά σιγά μια απλή επαρχιακή πόλη.

Ακολουθεί η μεγάλη "μάχη της Κρήτης" ένα έπος του Β' παγκοσμίου πολέμου, για να βρεθεί και πάλι τραυματισμένη από τους βομβαρδισμούς του Β΄ παγκοσμίου πολέμου.

Διεθνής κατοχή (1898-1899)

Στα Χανιά υπήρχε μεικτό απόσπασμα διοίκησης, ενώ στα υπόλοιπα τμήματα του νησιού διοικούσε μια από της Μεγάλες Δυνάμεις. Το Δεκέμβριο του 1899 αποβιβάστηκε στα Χανιά ο πρίγκηπας Γεώργιος, ως ύπατος αρμοστής της Κρήτης.

Κρητική Πολιτεία (1899-1913)

Στα 1905 έγινε η επανάσταση του Θερίσου και στις 14 Φεβρουαρίου του 1913 η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Πηγή: ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ - Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κατηγορία Ιστορικά

Η Κρητική Πολιτεία (1896 – 1913) ήταν το αυτόνομο κράτος που δημιουργήθηκε στην Κρήτη μετά την Κρητική επανάσταση του 1896 και αποκόπηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλία, Αυστρουγγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ρωσία). Το 1913 ενώθηκε με την κυρίως Ελλάδα.

shmaiaΗ σημαία της Κρητικής Πολιτείας

Ιστορία

Κρητικές επαναστάσεις

Οι Κρητικοί μετά την επιστροφή της Κρήτης από την ιδιοκτησία της Αιγύπτου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εξεγήρονταν συνεχώς με εθνικά, κοινωνικά και οικονομικά αιτήματα. Το 1841 ξέσπασε το Κίνημα του Χαιρέτη και το 1858 το Κίνημα του Μαυρογένη, με το οποίο οι Κρήτες πέτυχαν να κατέχουν ελεύθερα όπλα, να ασκούν τη λατρεία και να γίνεται σεβαστή η θρησκεία τους, καθώς και τη σύσταση Χριστιανικών Δημογεροντιών που είχαν αρμοδιότητα σε θέματα παιδείας, κοινωνικής πρόνοιας, κληρονομικού και οικογενειακού δικαίου, και ακολούθησε η επανάσταση του 1866-1869. Η επανάσταση του 1877-1878, έφερε την Σύμβαση της Χαλέπας. Σύμφωνα με τη Σύμβαση, η Κρήτη αποχωριζόταν από την λοιπή Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα διοικούνταν από τη Γενική Διοίκηση Κρήτης και της παραχωρούνταν ορισμένα προνόμια, μεταξύ των οποίων και η σύσταση Φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων και η έκδοση εφημερίδων καθώς και να αστυνομεύεται μόνο από Κρητικούς.

Το 1889 η Τουρκία περιόρισε σημαντικά τα προνόμια των Κρητών και ανέθεσε στον συνταγματάρχη Ταξίν την αστυνόμευση της Κρήτης θέτοντας τον επικεφαλής σώματος 200 ανδρών που στρατολογήθηκαν στην Μακεδονία. Οπότε ακολούθησε η επανάσταση του 1889, που καταπνίγηκε μετά από ένα οκτάμηνο. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1895 ξέσπασε νέα επανάσταση αλλά οι σφαγές των Τούρκων δεν σταμάτησαν και στις 11 Μαΐου 1896 ο πληθυσμός των Χανίων υπόστηκε μεγάλη σφαγή, όπως και τον επόμενο χρόνο 1897, οπότε και πυρπολήθηκαν και τα κοινοτικά καταστήματα απέναντι από τον καθεδρικό ναό, που περιλάμβαναν το επισκοπικό μέγαρο και το παρθεναγωγείο. Η επανάσταση οδήγησε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 κατά τον οποίο τα τουρκικά στρατεύματα νίκησαν κατά κράτος τα αντίστοιχα ελληνικά στο Θεσσαλικό μέτωπο.

Η επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων

Οι Μεγάλες Δυνάμεις, που πάντοτε ενδιαφέρονταν για την Κρήτη λόγω της στρατηγικής της σημασίας και απο καιρό είχαν συγκεντρώσει τους στόλους τους γύρω από το νησί, αποφάσισαν με τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1896 να προχωρήσουν σε οριστική λύση του κρητικού ζητήματος, με τη διεθνή κατοχή του νησιού και την ανακήρυξή του σε αυτόνομη Πολιτεία, ενώ στις 21 Ιανουαρίου 1897 ελληνικά στρατεύματα με δύναμη 1.500 αντρών και διοικητή τον υπασπιστή του βασιλιά Tιμολέων Bάσσο αποβιβάστηκαν εκεί για να την ελευθερώσουν και να την ενώσουν με την Ελλάδα. Οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις όμως παραινέβησαν αποβιβάζοντας κι αυτές δυνάμεις για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Στις 18 Φεβρουαρίου ο Ελληνικός στόλος αποσύρθηκε και ο Ελληνικός στρατός υποχώρησε στην ξηρά και κατευθύνθηκε βόρεια προς την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Στις 20 Μαρτίου του ίδιου χρόνου οι Μεγάλες Δυνάμεις χώρισαν το νησί σε διεθνείς τομείς, ενώ τα Χανιά και η γύρω περιοχή της πρωτεύουσας έγιναν πολυεθνικός τομέας. Οι Άγγλοι διοικούσαν το νομό Ηρακλείου, οι Ρώσοι το νόμο Ρεθύμνου, οι Γάλλοι το νομό Λασιθίου και οι Ιταλοί τους νομούς Χανίων και Σφακιών.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

BenizelosΟ Ελευθέριος Βενιζέλος

Στις 25 Αυγούστου 1897, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έστειλε διακοίνωση στον αρχηγό του ευρωπαϊκού στόλου, αναφέροντας ότι η μόνη σωστή λύση του Κρητικού ζητήματος θα ήταν η ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Αφού όμως η Ελλάδα απέσυρε τη στρατιωτική δύναμη που είχε στο νησί, αναγνωρίζοντας την αυτονομία του, θα έπρεπε και η Κρήτη, για να μην φέρει σε δύσκολη θέση την Αθήνα, να δεχθεί ως προσωρινή λύση την αυτονομία, εναποθέτοντας τις ελπίδες για οριστική λύση στις Μεγάλες Δυνάμεις.

Οι Τούρκοι πρότειναν να γίνει ανταλλαγή της Κρήτης με τη Θεσσαλία που την κατείχε ο στρατός τους. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε καθώς θεωρήθηκε εμπαιγμός και για τους Κρητικούς και για τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Μετά τον πόλεμο του 1897 η Ελλάδα υπέγραψε στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Κατόπιν οι Μεγάλες Δυνάμεις ξεκίνησαν τη διαδικασία διακανονισμού του Κρητικού ζητήματος, που όμως τραβούσε μακριά. Προτάθηκαν για τη θέση του Γενικού Διοικητή του νησιού οι Δροζ, Σέφερ, ο Μαυροβούνιος Πέτροβιτς Μπόζα, ο πρίγκιπας Βάττεμβεργ ενώ οι Τούρκοι ήθελαν γι' αυτή τη θέση τον Ανθόπουλο πασά. Η Ρωσία υπέδειξε τον γιό του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄, τον πρίγκιπα Γεώργιο, ο οποίος και επελέγη τελικά. Στις 21 Ιανουαρίου 1898, η κρητική συνέλευση, μέσα σε ζητωκραυγές ενέκρινε πρόταση του Βενιζέλου να κάνει το προεδρείο της τα αναγκαία διαβήματα. Η Γερμανία και η Αυστρία, επειδή δεν ήθελαν να φανεί ότι αντιτίθενται στις τουρκικές απαιτήσεις, αποχώρησαν από τον συνασπισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο οποίος έγινε πλέον τετραμελής. Ο Γενικός Διοικητής θα αναγνώριζε την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου, θα εφάρμοζε αναλογική συμμετοχή του ελληνικού και του τουρκικού στοιχείου στη διοίκηση του νησιού.

Εκλέχθηκε μια εκτελεστική επιτροπή, με τη συμμετοχή του Βενιζέλου, που εκτελούσε χρέη κυβέρνησης και είχε τις επαφές με τους Ευρωπαίους ναυάρχους. Άρχισε να εφαρμόζει το προσωρινό πολίτευμα, αλλά οι Μουσουλμάνοι, υποκινούμενοι από τους Τούρκους, ξεσηκώθηκαν. Οι Κρητικοί άρχισαν να συγκεντρώνουν ένοπλα τμήματα και η εκτελεστική επιτροπή προέβη σε διαβήματα διαμαρτυρίας, ενώ η σφαγή του Ηρακλείου στις 25 Αυγούστου 1898 που έκαναν οι Τούρκοι, ώθησε στο να επισπευσθεί η εκλογή του πρίγκιπα Γεωργίου, που εκκρεμούσε επί εννεάμηνο.

Ο Γεώργιος στην Κρήτη

AfiksiGewrgiouStiSoudaΗ άφιξη του πρίγκηπα Γεώργιου στην Σούδα.

Ο πρίγκιπας ορίστηκε Ύπατος Αρμοστής Κρήτης με τριετή θητεία. Στις 9 Δεκεμβρίου 1898 έφθασε στη Σούδα με τη ρωσική ναυαρχίδα "Νικόλαος Α΄", συνοδευόμενη και από πλοία των άλλων Δυνάμεων, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Τον υποδέχονταν στη Σούδα οι ναύαρχοι Ποττιέ, Νόελ, Σκρύδλωφ και Μπέτολλο κι ο ενθουσιώδης κρητικός λαός. Ο πρόεδρος του συμβουλίου των ναυάρχων Γάλλος Ποττιέ του παρέδωσε επίσημα στο Διοικητήριο Χανίων τη διοίκηση της Κρήτης, ενώ τα ευρωπαϊκά πολεμικά, έξω από το λιμάνι, χαιρέτιζαν με κανονιοβολισμούς την ύψωση της κρητικής σημαίας.

Σε σύντομο διάστημα ο Γεώργιος ανέθεσε σε επιτροπή από 16 μέλη (12 χριστιανούς και 4 μουσουλμάνους), με πρόεδρο τον Ιωάννη Σφακιανάκη, τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος που θα ενέκρινε η Κρητική Συνέλευση, η οποία συγκροτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1899, ενώ ταυτόχρονα προκηρύχτηκαν για τις 24 του ίδιου μήνα εκλογές των πληρεξουσίων. Στις 8 Φεβρουαρίου έγινε η πρώτη συνεδρίαση της Κρητικής Συνελεύσεως που αποτελέστηκε από 138 χριστιανούς και 50 μουσουλμάνους. Η Συνέλευση, με πρόεδρο τον Σφακιανάκη, ψήφισε το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας. Μετά την επικύρωσή του από τον Ύπατο Αρμοστή και την έγκρισή του, με ελάχιστες μεταβολές, από τις Μεγάλες Δυνάμεις, το Σύνταγμα δημοσιεύτηκε στις 16 Απριλίου 1899 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στις 27 Απριλίου 1899, ο Ύπατος Αρμοστής όρισε Συμβούλιο του Ηγεμόνα (δηλαδή κυβέρνηση) από τους Κρητικούς αρχηγούς συνηστώμενη από πέντε Ανώτερες Διευθύνσεις, αντίστοιχες με τα σημερινά Υπουργεία. Οι σύμβουλοι με τις διευθύνσεις τους ήταν: Ελευθέριος Βενιζέλος της Δικαιοσύνης, Μανούσος Κούνδουρος των Εσωτερικών, Νικόλαος Γιαμαλάκης της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Θρησκευμάτων, Κωνσταντίνος Φούμης των Οικονομικών και Χασάν Σκυλιανάκης της Δημοσίας Ασφαλείας. Από τους αρχηγούς δεν συμμετείχε στο συμβούλιο μόνο ο Ιωάννης Σφακιανάκης, επειδή υπέβαλε στον Αρμοστή ένα σχέδιο για το οριστικό πολίτευμα του νησιού, αλλά ο Γεώργιος δεν το ενέκρινε.

Το συμβούλιο ξεκίνησε την προσπάθεια να οργανώσει κράτος. Στις 18 Μαΐου, ο Βενιζέλος υπέβαλε πλήρη δικαστική νομοθεσία. Άρχισαν όμως οι διαφωνίες. Ο Γεώργιος, σκοπεύοντας να ταξιδέψει στην Ευρώπη, ανακοίνωσε στον κρητικό λαό ότι "κατά την διάρκειαν του ταξιδίου του θα εζήτει από τας Μεγάλας Δυνάμεις την ένωσιν της Κρήτης και ήλπιζε να επιτύχει ταύτην λόγω των συγγενικών του δεσμών". Η ανακοίνωση έγινε χωρίς να το ξέρει το συμβούλιο. Ο Βενιζέλος είπε στον πρίγκιπα ότι δεν θα ήταν καλό να δίνει στον λαό ελπίδες για κάτι που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή δυνατό να πραγματοποιηθεί. Όντως δε οι Μεγάλες Δυνάμεις απέρριψαν το αίτημα του Γεωργίου. Επήλθε πολλές φορές διάσταση μεταξύ των δύο ανδρών και ο Βενιζέλος επανειλημμένα υπέβαλε παραίτηση.

Όταν συζητήθηκε στο συμβούλιο ο προϋπολογισμός, ο Βενιζέλος είπε ότι το νησί δεν ήταν αυτόνομο αφού κατεχόταν στρατιωτικά από τέσσερις δυνάμεις και το κυβερνούσε εντολοδόχος τους. Θα έπρεπε, όταν θα έληγε η θητεία του πρίγκιπα, να ζητηθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις να επιτρέψουν στη συνέλευση, με βάση το άρθρο 39 του συντάγματος (που το είχε καταργήσει η συνδιάσκεψη της Ρώμης) να εκλέξει ανώτατο άρχοντα, οπότε δεν χρειαζόταν η παρουσία ξένων στρατευμάτων. Μ' αυτόν τον τρόπο, το νησί θα απαλλασσόταν από τον στρατό κατοχής και την δι' αντιπροσώπου των Μεγάλων Δυνάμεων διακυβέρνηση, και θα μπορούσε ευκολότερα να πετύχει τον στόχο που ήταν η ένωση με την Ελλάδα. Αυτή την πρόταση θα εκμεταλλευθούν οι αντίπαλοι του Βενιζέλου για να πουν ότι ήθελε την Κρήτη αυτόνομη ηγεμονία. Σε απάντηση, εκείνος υπέβαλε και πάλι την παραίτησή του με το αιτιολογικό ότι του ήταν αδύνατο πλέον να συνεργαστεί με τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου και διαβεβαίωσε ότι δεν σκόπευε να ασκήσει αντιπολίτευση.

Στις 17 Μαΐου 1901, σε έκθεσή του εξέθεσε τους λόγους που τον υποχρέωναν να παραιτηθεί, την δε επομένη τους είπε και προφορικά στον Ύπατο Αρμοστή. Στις 18 Μαΐου ο Βενιζέλος απολύθηκε επειδή δημόσια υποστήριξε απόψεις αντίθετες μ' αυτά που πρέσβευε ο Αρμοστής. Και τέθηκε πλέον επικεφαλής της αντιπολίτευσης. Επί τρία χρόνια διεξήχθη μια σκληρότατη πολιτική διαμάχη, η διοίκηση παρέλυσε και κυριάρχησε η οξύτητα στο νησί. Και, αναπόφευκτα, τον Μάρτιο του 1905 ξέσπασε επανάσταση, της οποίας επικεφαλής ετέθη ο Βενιζέλος.

Επανάσταση του Θέρισου

Στις 26 Φεβρουαρίου 1905 η «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» διεκήρυττε πως μόνη ορθή λύση ήταν η Ένωση, προσωρινό στάδιο η πλήρης αυτονομία. Στις 10 Μαρτίου 1905 συνήλθε συνέλευση στον Θέρισο υπό του Ελευθερίου Βενιζέλου, Κωνσταντίνου Φούμη και Κωνσταντίνου Μάνου, που κήρυξε "την πολιτικήν ένωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος εις εν μόνον ελεύθερον συνταγματικόν κράτος", έδωσε δε και σχετικό ψήφισμα στις Μεγάλες Δυνάμεις, όπου υποστήριζε ότι το νόθο μεταβατικό καθεστώς εμπόδιζε την οικονομική ανάπτυξη του νησιού και η μόνη φυσική λύση του κρητικού ζητήματος ήταν η ένωση.

Cretestamptheriso1905Γραμματόσημο που εκδόθηκε από την επαναστατική κυβέρνηση του Θέρισου.

Στις 7 Απριλίου συνήλθε τακτική συνέλευση στα Χανιά, η οποία ομοίως κήρυξε την ένωση ενώ ένας από τους συμβούλους του Ύπατου Αρμοστή παραιτήθηκε και πήγε στον Θέρισο να ενωθεί με τους επαναστάτες. Ο Ύπατος Αρμοστής απαίτησε από τους επαναστάτες να παραδώσουν τα όπλα μέσα σε 36 ώρες, εκήρυξε το στρατιωτικό νόμο με την έγκριση των Δυνάμεων, διέταξε συλλήψεις και φυλακίσεις αντικαθεστωτικών κι επέβαλε λογοκρισία στον τύπο.

Έπειτα κάλεσε σε σύσκεψη τους προξένους και ζήτησε να λάβουν επείγοντα μέτρα για την "καταστολήν του κινήματος". Για να αυξήσει τις ένοπλες δυνάμεις του συγκρότησε το σώμα των "Δημοφρουρών". Οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μήνυμα στους επαναστάτες ότι θα χρησιμοποιούσαν στρατεύματα προκειμένου να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους. Σε απάντηση οι περισσότεροι βουλευτές της τακτικής συνέλευσης πήγαν στον Θέρισο να ενωθούν κι αυτοί με τον Βενιζέλο.

Ο πρίγκηπας δεν διέθετε άλλες δυνάμεις εκτός της Κρητικής Χωροφυλακής (που έμεινε πιστή σ'αυτόν) και η οποία δεν αυξήθηκε από τους Δημοφρουρούς και οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν για κοινή δράση. Μεγαλύτερη στρατιωτική δράση ανέπτυξαν οι Ρώσοι, οι οποίοι κατέλαβαν ή βομβάρδισαν θέσεις επαναστατών. Οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων συναντήθηκαν με την επαναστατική τριανδρία στις Μουρνιές, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμφωνία, χωρίς αποτέλεσμα. Η επαναστατική κυβέρνηση ζήτησε να χορηγηθεί στην Κρήτη πολίτευμα ανάλογο μ' αυτό της Ανατολικής Ρωμυλίας. Στις 18 Ιουλίου οι Δυνάμεις κήρυξαν τον στρατιωτικό νόμο, κάτι που δεν αποθάρρυνε τους επαναστάτες. Στις 15 Αυγούστου η τακτική συνέλευση των Χανίων ψήφισε τις περισσότερες από τις μεταρρυθμίσεις που ζητούσε ο Βενιζέλος.

Συναντήθηκαν και πάλι μαζί του οι πρόξενοι και έκαναν δεκτές τις μεταρρυθμίσεις που πρότεινε. Αυτό οδήγησε στον τερματισμό της επανάστασης του Θερίσου και στην παραίτηση του Ύπατου Αρμοστή πρίγκιπα Γεωργίου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις τον Αύγουστο του 1906 είχαν παραχωρήσει στο βασιλιά των Ελλήνων Γεώργιο Α΄, το δικαίωμα να διορίζει εκείνος τον Ύπατο Αρμοστή, χωρίς να χρειάζεται η έγκριση της τουρκικής κυβέρνησης. Μετά την παραίτηση του πρίγκιπα Γεωργίου στις 12 Σεπτεμβρίου, τοποθετήθηκε στη θέση αυτή ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ενώ επετράπη Έλληνες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί να αναλάβουν την οργάνωση της Κρητικής Χωροφυλακής. Μόλις οργανώθηκε Χωροφυλακή άρχισαν να αποχωρούν τα ξένα στρατεύματα από το νησί.

Ένωση

Τον Σεπτέμβριο του 1908 ο αυτοκράτορας της Αυστρουγγαρίας ανακοίνωσε την προσάρτηση της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης και ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας την ανεξαρτησία της. Οι Κρητικοί δεν έχασαν την ευκαιρία. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1908 ξέσπασε επανάσταση στο νησί. Χιλιάδες πολίτες των Χανίων και των γύρω περιοχών την ημέρα αυτή συγκρότησαν συλλαλητήριο, στο οποίο ο Βενιζέλος κήρυξε την οριστική ένωση της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα. Έχοντας συνεννοηθεί με την ελληνική κυβέρνηση, ο Ζαΐμης αναχώρησε για την Αθήνα πριν από το συλλαλητήριο. Συγκλήθηκε η συνέλευση και κήρυξε την ανεξαρτησία της Κρήτης, η σημαία της κρητικής πολιτείας υποστάλληκε για να δώσει την θέση της στην ελληνική, οι δημόσιοι υπάλληλοι ορκίσθηκαν πίστη στον βασιλιά Γεώργιο Α΄ της Ελλάδας, ενώ διορίστηκε πενταμελής εκτελεστική επιτροπή με την εντολή να κυβερνήσει το νησί εν ονόματι του βασιλιά των Ελλήνων και σύμφωνα με τους νόμους του ελληνικού κράτους. Πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Μιχελιδάκης με τον Βενιζέλο υπουργό Εξωτερικών και Δικαιοσύνης. Τον Απρίλιο του 1910 συγκλήθηκε νέα συνέλευση, της οποίας ο Βενιζέλος εκλέχθηκε πρόεδρος ενώ κατόπιν έγινε πρωθυπουργός. Όλα τα ξένα στρατεύματα έφυγαν από την Κρήτη και η εξουσία περιήλθε εξ ολοκλήρου στην κυβέρνηση Βενιζέλου.

Η ελληνική κυβέρνηση, για να αποφύγει την τουρκική, αλλά και τις διεθνείς αντιδράσεις, δεν προχώρισε στην επίσημη αναγνώριση της Ένωσης. Αργότερα ο Βενιζέλος έφυγε από την Κρήτη για την Αθήνα, όπου έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας. Το 1911 οργανώθηκαν ένοπλες λαϊκές συγκεντρώσεις, που έγιναν εντονότερες με την άρνηση του Βενιζέλου να δεχτεί την είσοδο των Κρητών βουλευτών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, πράγμα που δεν επέτρεπαν οι συνθήκες. Με την ένερξη των Βαλκανικών πολέμων το 1912, η Ελληνική Βουλή έκανε δεκτούς τους Κρήτες βουλευτές με ενθουσιασμό και θερμές εκδηλώσεις.

Η οριστική λύση του Κρητικού ζητήματος δώθηκε στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, το Φλεβάρη του 1913. Με τη συνθήκη του Λονδίνου, το Μαΐο του 1913, παραχωρήθηκε η Κρήτη στην Ελλάδα. Η ένωση έγινε με επίσημη τελετή στο φρούριο Φιρκά στις 1 Δεκεμβρίου 1913. Τέλος, το 1923, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, έφυγαν και οι τελευταίοι Τούρκοι κάτοικοι του νησιού για την Μικρά Ασία.

Οργάνωση

OmiliaGewrgiouΟ Γεώργιος βγάζει λόγο. Διακρίνεται η σημαία της Κρητικής Πολιτείας..

Έδρα του Αρμοστή και πρωτεύουσα του Κρητικού Κράτους είναι η πόλη των Χανίων, μεγάλο διοικητικό, πνευματικό, εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο. Η Κρητική Πολιτεία έχει δική της σημαία, μια παραλλαγή της ελληνικής: λευκός σταυρός που χώριζε τη σημαία σε τέσσερα τετράγωνα από τα οποία τα τρία ήταν κυανά, ενώ το τέταρτο, το πάνω προς το μέρος του κονταριού, ήταν κόκκινο μ' ένα λευκό άστρο στο κέντρο του, σύμβολο της επικυριαρχίας του Σουλτάνου. Επίσης η Κρητική Πολιτεία είχε και δικό της εθνικό ύμνο σε στίχους Ιωάννη Πολέμη και μουσική Διονυσίου Λαυράγκα.

Συντάχθηκε το Σύνταγμα του Κρητικού Κράτους και έγιναν εκλογές για την ανάδειξη πληρεξουσίων, ενώ άρχισε να εκδίδεται η Επίσημη Εφημερίδα της Κρητικής Πολιτείας.

Θεσμοθετήθηκε για τους κατοίκους της Κρήτης ιδιαίτερη ιθαγένεια, αλλά οι Τουρκοκρητικοί που ήδη είχαν αρχίσει να μεταναστεύουν λόγω τον προβλημάτων που είχαν μετά την απομάκρυνσή τους από τα χωριά, την πολιτική της Πύλης και τον ατίθασο χαρακτήρα τους, συνέχισαν μετά την έκδοση του Συντάγματος, που κατοχύρωσε τα δικαιώματα του χριστιανικού πληθυσμού, να φεύγουν από την Κρήτη. Ο αρχικός τόπος προορισμού του μεγαλύτερου μέρους των Τουρκοκρητών ήταν η Σμύρνη. Από κει οι πρόσφυγες κατευθύνονταν σε διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας, της Βεγγάζης, της Τριπολίτιδας, στη Συρία και στην Αλεξάνδρεια, είτε για μόνιμη εγκατάσταση, είτε σαν "μουσαφίρηδες", περιμένοντας την πλήρη επανένταξη της Κρήτης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, πράγμα που δεν έγινε.

Στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας έγιναν πολλά έργα ανασυγκρότησης - διάνοιξη δρόμων και πλακόστρωση, αποχετευτικά έργα καθώς και εξωραϊσμού και καλλωπισμού, και ανεγέρθηκε η Δημοτική αγορά Χανίων. Ο Γεώργιος ήθελε να χτίσει ανάκτορο, κάτι που δεν ήθελε ο Βενιζέλος γιατί θα σήμαινε διαιώνιση του καθεστώτος της Αρμοστείας που οι Κρητικοί δέχθηκαν ως προσωρινό μέχρι την οριστική λύση και ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους της ρήξης μεταξύ τους.

Οικονομία

Η Κρητική Πολιτεία αμέσως μετά την σύστασή της σε μια προσπάθεια οικονομικής απεξάρτησης από τις εκδόσεις των τυπικών επικυρίαρχων της αλλά και για την προετοιμασία της ομαλής νομισματικής αφομοίωσης της Κρητικής Πολιτείας από το ελληνικό Κράτος, έκδοσε δικό της νόμισμα. Νομοθετικές ρυθμίσεις και διορθωτικά διατάγματα με νέες ισοτιμίες για τις νέες αξίες επιδίωξαν να εξομαλύνουν το νομισματικό τοπίο και να άρουν τις δυσκολίες στις συναλλαγές. Επίσης δημιουργήθηκε ιδιαίτερο τελωνειακό σύστημα.

Νόμισμα

Nomisma Kritis

Με ένα διάταγμα του ύπατου αρμοστή Κρήτης στις 17 Απριλίου 1900 που καταχωρήθηκε στην εφημερίδα της κυβέρνησης της Κρητικής πολιτείας σαν νόμος υπ΄αριθμ. 157β ορίζετε αποκλειστικό προνόμιο της πολιτείας το δικαίωμα κοπής νομισμάτων. Το διάταγμα ορίζει σαν νομισματική μονάδα την δραχμή που την υποδιαιρεί σε 100 λεπτά. Είχε προβλεφθεί να κοπούν και χρυσά δεκάδραχμα και εικοσάδραχμα τα οποία τελικά δεν κόπηκαν.

Τα κρητικά νομίσματα ήταν ιδίου βάρους και ποιότητας με τα αντίστοιχα ελληνικά και παρέμειναν με ισχύ μέχρι και μετά την ένωση. Έτσι τα χάλκινα και χαλκονικέλινα νομίσματα έμειναν σε κυκλοφορία μέχρι την 30 Ιουνίου 1923, οπότε και αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία, βάση του διατάγματος της 6 Μαρτίου 1923. Τα αργυρά νομίσματα έμειναν σε κυκλοφορία μέχρι τις 23 Ιουλίου 1929, οπότε και αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία, βάση του νόμου 4234/1929.

Τράπεζα Κρήτης

Xartonomisma Trapeza Kritis

Στη νέα κρητική πολιτεία η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος μαζί με όμιλο Άγγλων τραπεζιτών ίδρυσαν το 1899 την Τράπεζα Κρήτης. Αργότερα, με την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, η Τράπεζα Κρήτης απόκτησε το δικαίωμα κυκλοφορίας χαρτονομίσματος για τη δική της περιοχή, όπως η Ιονική στα Ιόνια Νησιά το 1864 και η Ηπειροθεσσαλίας το 1882. Συγχωνεύθηκε με την Εθνική το 1919.

Ταχυδρομείο

Cretestamp1904

Μέχρι την δημιουργία της Κρητικής Πολιτείας, στην Κρήτη λειτουργούσαν τα εξής ταχυδρομεία: Αυστριακό, Τουρκικό, Ελληνικό, και κατά την μεταβατική περίοδο και το Γαλλικό, το Ιταλικό, το Αγγλικό και το Ρώσικο ταχυδρομείο, που εξυπηρετούσαν κυρίως τις ανάγκες των περιοχών που διοικούσαν οι δυνάμεις τους.

Μετά την δημιουργία του νέου κράτους, ιδρύθηκε στις 1 Μαρτίου 1900 η "Κρητική Ταχυδρομική Υπηρεσία", που λειτούργησε σ' ολόκληρο το νησί. Εξέδωσε κρητικά γραμματόσημα και ίδρυσε συνολικά 35 μόνιμα ταχυδρομικά γραφεία και 79 κινητά (αγροτικά). Τα γραμματόσημα αυτά κυκλοφόρησαν στην Κρήτη μέχρι την ένωση. Παράλληλα με την λειτουργία των Ταχυδρομικων γραφείων της Κρητικής Πολιτείας, στις 3 μεγάλες πόλεις της Κρήτης συνέχισαν να λειτουργούν μέχρι το 1914 περίπου, τα ξένα ταχυδρομικά γραφεία (Γαλλικό, Αυστριακό, Ιταλικό), που εκδίδαν και ειδικές σειρές γραμματοσήμων για την Κρήτη.

Ασφάλεια

Η κατάσταση από πλευράς δημόσιας ασφάλειας δεν ήταν καλή. Στην Κρήτη υπήρχε εκτεταμένη οπλοφορία από χριστιανούς και μουσουλμάνους, και εκτός από τα εθνικά προβλήματα υπήρχαν και προσωπικά, κομματικά και βεβαίως ενδημικά προβλήματα, όπως η ζωοκλοπή, βεντέτες κ.λ.π.. Οι κάτοικοι εγκατέλειπαν την ύπαιθρο και κατέφευγαν στις μεγάλες πόλεις για προστασία. Οι ξένοι διοικητές εκτελούσαν τα αστυνομικά τους καθήκοντα με τις δυνάμεις στρατού που είχαν στις περιοχές τους αλλά αναγκάστηκαν να συγκροτήσουν τμήματα χωροφυλακής από Κρητικούς, ο κάθε ένας στο νομό που διοικούσε. Η οργάνωση και ο τρόπος λειτουργίας του καθ' ενός από τα τέσσερα σώματα χωροφυλακής που δημιουργήθηκαν, ήταν σύμφωνη με τα ισχύοντα στη χώρα του κάθε διοικητή, αλλά και με την εμπειρία που είχε η κάθε χώρα από ανάλογες περιπτώσεις. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν να αστυνομεύεται η Κρήτη από τέσσερα ανεξάρτητα σώματα χωροφυλακής τα οποία ήταν οργανωμένα επάνω σε τελείως διαφορετικά πρότυπα. Τον Ιανουάριο του 1899 ο Γεώργιος κάλεσε στα Χανιά τους αρχηγούς χωροφυλακής των τεσσάρων διαμερισμάτων για ν' ακούσει τις προτάσεις τους όσον αφορά τη δημιουργία Κρητικής Χωροφυλακής. Το καλοκαίρι του 1899, ο λοχαγός των καραμπινιέρων Federico Craven, διορίσθηκε επίσημα διοικητής και οργανωτής της «Κρητικής Χωροφυλακής». Η Κρητική Χωροφυλακή είχε σημαντικά αποτελέσματα στην αποκατάσταση και διατήρηση της τάξης.

Οπλοφορία

Μετά την σφαγή των κατοίκων του Ηρακλείου, 10.000 ένοπλοι του Ηρακλείου-Λασιθίου και των άλλων διαμερισμάτων της Κρήτης συγκεντρώθηκαν και απειλούσαν να εκδικηθούν τους Τούρκους. Όλες οι πλευρές, η Εκτελεστική Επιτροπή της Συνελεύσεως των Κρητών, οι αρχηγοί και καπετάνιοι, οι αρχηγοί των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευμένιος, προέτρεπαν τους ελληνοκρητικούς σε αυτοσυγκράτηση, ώστε να λυθεί ευνοϊκά το Κρητικό Ζήτημα. Παρ'όλα αυτά αρχίσαν αντεκδικήσεις από τους χριστιανούς εις βάρος του μουσουλμανικού στοιχείου, ενώ από τις Μεγάλες Δυνάμεις και την Εκτελεστική Επιτροπή ζητήθηκε ο αφοπλισμός και των δύο πλευρών. Οι Τούρκοι που βρίσκονταν στο Ηράκλειο αφοπλίστηκαν όμως οι χριστιανοί ήταν δύσπιστοι στο να παραδώσουν τα όπλα αν δεν έφευγε ο Τούρκικος στρατός από το νησί.

Στις 30 Οκτωβρίου 1898 ολοκληρώθηκε η εκκένωση του φρουρίου Ηρακλείου. Με προκήρυξη του Γεώργιου στις 26 Αυγούστου 1899 απευθύνθηκε στους Κρήτες να παραδώσουν τα όπλα, υποσχόμενος ότι θα ιδρυθούν «Ιστορικά Μουσεία», όπου και θα τοποθετηθούν. Μέρος των όπλων παραδόθηκαν, άλλα καταστράφηκαν, αρκετοί από τους 38.000 Μουσουλμάνους από τα φρούρια επέστρεψαν στην επαρχία.

Οι διαμάχες μεταξύ των δύο στοιχείων συνεχίσθηκαν ως το 1913, με τη δημιουργία ένοπλων παρακρατικών οργανώσεων, «Ζουρίδες» για τους Τουρκοκρητικούς, «Εφτάρι» για τους Ελληνοκρητικούς, ιδίως στο Μονοφάτσι και Μαλεβίζι για την κυριαρχία των πλούσιων γαιών.

Εκπαίδευση

Η εκπαίδευση ήταν ήδη ανεπτυγμένη στην Κρήτη, αλλά με την σύσταση της Κρητικής Πολιτείας εμφάνισε νέα άνθηση. Η πρώτη νομολογία για την εκπαίδευση εισήχθει με διατάξεις του Συντάγματος του 1899, με τις οποίες καθιερώθηκε η υποχρεωτική παιδεία και για τα δύο φύλα.

Κατά την περίοδο αυτή λειτούργησαν δύο τύποι δημοτικών σχολείων, τα κατώτερα (τετρατάξια) και τα ανώτερα ή πλήρη (εξατάξια). Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση υπήρχαν τα ημιγυμνάσια με τρεις τάξεις στα μικρά επαρχιακά κέντρα, τα πλήρη εξατάξια γυμνάσια στα αστικά κέντρα του νησιού, και τα τριτάξια ανώτερα παρθεναγωγεία των Χανίων και Νεάπολης και το πεντατάξιο Παρθεναγωγείο του Ηρακλείου. Με νόμο του 1903 ιδρύθηκε στο Ηράκλειο παιδαγωγική σχολή, το τριτάξιο διδασκαλείο και ιεροδιδασκαλείο στη Μονή Αγ. Τριάδας των Χανίων. Δάσκαλοι διορίστηκαν εκτός από απόφοιτοι Γυμνασιακών τάξεων, απόφοιτοι σχολαρχείων και ορισμένοι απόφοιτοι τετρατάξιων δημοτικών.

Ο αριθμός σχολείων και μαθητών συνεχώς μεγάλωνε μέχρι την Ένωση και τα ποσοστά αναλφαβητισμού μειώθηκαν. Η νομοθεσία της Κρητικής πολιτείας σε εκπαιδευτικά θέματα ίσχυσε ως το 1914 οπότε και εφαρμόστηκε η κοινή γενική εκπαιδευτική πολιτική και νομοθεσία του Ελληνικού Κράτους.

Πολιτιστική ζωή

Το 1899 συγκροτήθηκε ο Φιλολογικός Σύλλογος "Χρυσόστομος" και στη συνέχεια ιδρύονταν συνεχώς πνευματικά, φιλανθρωπικά, αθλητικά και εργατικά σωματεία, και διοργανώνονταν πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Επισκέπτονταν την Κρήτη πολλοί ελληνικοί και ξένοι θίασοι, και δίνονταν μαθητικές θεατρικές παραστάσεις, ορισμένες και στα αρχαία Ελληνικά, συναυλίες και οργανώνονταν μουσικοφιλολογικές εσπερίδες. Ο φωνογράφος και ο κινηματογράφος πρωτοεμφανίστηκαν στα Χανιά. Κυκλοφόρησαν εφημερίδες και περιοδικά, ενώ το 1901 στην Κρητική Βουλή έγινε πρόταση χειραφέτησης της γυναίκας, από τον Σφακιανό βουλευτή Γεώργιο Δασκαλογιάννη.

πηγή: Βικιπαίδεια

Κατηγορία Ιστορικά

Η ένταξη της πόλης στο γεωγραφικό της πλαίσιο

Με έκταση 8.331 τ.χ. η Κρήτη είναι το μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας και το πέμπτο σε μέγεθος της Μεσογείου. Η καίρια γεωγραφική θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο και το εύφορο έδαφος την κατέστησαν κέντρο παραγωγής, επικοινωνίας, εμπορίου και πολιτισμού στη διάρκεια των χιλιετιών.

teix1

Το επίμηκες σχήμα της Κρήτης και η κυριαρχία των ορεινών όγκων στην ενδοχώρα ανέδειξαν από πολύ νωρίς τις λίγες κατάλληλες θέσεις ελλιμενισμού στα αφιλόξενα παράλια ως τόπους κατοίκησης που διατήρησαν τη σημασία τους μέχρι σήμερα. Στη θέση των Χανίων, ο σχετικά προστατευμένος κόλπος και η ύπαρξη του φυσικά οχυρού λόφου Καστέλι, ήταν οι λόγοι της πρώτης κατοίκησης κατά τα νεολιθικά χρόνια. Κατά τη μινωική περίοδο, στο λόφο αναπτύσσεται ένας εξαιρετικής σημασίας οικισμός, η Ku-do-ni-ja. Η θέση της στο μέσο μιας πολύ εύφορης περιοχής την ανέδειξε σε τρίτο σε σημασία κέντρο της νήσου κατά την περίοδο αυτή.

Η πρώτη οχύρωση του λόφου Καστέλι χρονολογείται από την ελληνιστική περίοδο, ενώ κατά τον 6ο ή 7ο αιώνα (Α’ βυζαντινή περίοδο) ο λόφος οχυρώνεται ξανά με ισχυρό τείχος. Η πόλη διανύει την αραβική και τη Β’ βυζαντινή περίοδο κλεισμένη μέσα στην περιτείχισή της. Τότε εμφανίζεται και το νέο όνομα Χανιά. Με την οριστική κατάληψή από τους Βενετούς το 1252, η πόλη ανοικοδομείται στα όρια της οχύρωσής της. Αποτελεί τη δεύτερη σε σημασία πόλη της Κρήτης και το πρώτο λιμάνι της Ανατολικής Μεσογείου που προσεγγίζουν τα πλοία από τη Βενετία. Για την ασφάλειά του κατασκευάζεται ένα σύστημα μικρότερων οχυρών στους κόλπους των Χανίων και της Σούδας.

Στα μέσα του 16ου αιώνα οι Βενετοί κατασκευάζουν νέες οχυρώσεις στις πόλεις και άλλα καίρια σημεία της πολύτιμης αποικίας τους. Από το 1538 τα Χανιά αποκτούν νέο ευρύτερο περίβολο σχεδιασμένο σύμφωνα με τις αρχές του προμαχωνικού συστήματος και καταβάλλεται ιδιαίτερη φροντίδα για την ασφάλεια του λιμανιού.

Η πόλη διατηρεί τη σημασία της για την οθωμανική αυτοκρατορία, στην οποία περιέρχεται το 1645, και οι οχυρώσεις διατηρούνται αν και χωρίς φροντίδα. Μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, το 1913, η ανάγκη σύνδεσης της πόλης με τις εκτός τειχών επεκτάσεις της και τους γύρω οικισμούς οδηγεί σε τμηματικές κατεδαφίσεις της περιτείχισης, που δεν εξυπηρετεί πλέον αμυντικές ανάγκες. Η ανάπτυξη του διπλανού λιμανιού της Σούδας μέσα στον 20ο αιώνα μειώνει τη σημασία του λιμανιού της πόλης, που έχει πλέον καθαρά τοπικό χαρακτήρα.

teix2

πηγή: Walled Town From Division to Co-Division

Κατηγορία Ιστορικά

Η ιστορική εξέλιξη και ο μετασχηματισμός της περιτειχισμένης πόλης

Αρχαιολογικές μελέτες για τη στρωματογραφία της πόλης μαρτυρούν ότι η οίκηση στην περιοχή των Χανίων ταυτίζεται με τον φυσικά οχυρό λόφο Καστέλι για πέντε περίπου χιλιετίες, από τα νεολιθικά χρόνια μέχρι τη βενετική περίοδο.

teix3

Στη θέση της φυσικής αυτής ακρόπολης αναδύεται η μινωική Κυδωνία, σημαντικότατος οικισμός με ανακτορικό κέντρο και εκτεταμένα νεκροταφεία στις παρυφές του. Παρά τον συνεχή ανταγωνισμό της με τις γειτονικές πόλεις, η Κυδωνία διατηρεί την ακμή της στους ιστορικούς χρόνους και επεκτείνεται, μέχρι τα όρια της πόλης των αρχών του 20ου αιώνα, χωρίς, όμως, να είναι γνωστή η ύπαρξη οχύρωσης. Η πρώτη γνωστή οχύρωση του λόφου χρονολογείται στην ελληνιστική περίοδο και έκτοτε η πόλη εξελίσσεται με επάλληλες ανοικοδομήσεις μετά από πολεμικές καταστροφές μέσα στον ίδιο οχυρό περίβολο κατά την ρωμαϊκή και την Α’ βυζαντινή περίοδο. Έδρα Επισκοπής με πλούσια αγροτική ενδοχώρα, η πόλη οχυρώνεται και πάλι κατά τον 6ο ή 7ο αιώνα (σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες) με ισχυρό τείχος, κτισμένο με οικοδομικό υλικό από τα ερείπια της αρχαίας Κυδωνίας, η οποία φαίνεται ότι είχε καταστραφεί. Το περίγραμμα του βυζαντινού τείχους ακολουθεί τη μορφή του λόφου Καστέλι. Έχει ακανόνιστη μορφή με ευθύγραμμο το νότιο τμήμα του και περικλείει επιφάνεια περίπου 3 εκταρίων. Για την εσωτερική οργάνωση του οικισμού ελάχιστα είναι γνωστά, λόγω των εκτεταμένων καταστροφών κατά την άλωσή του από τους Σαρακηνούς Άραβες το 823. Με την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Βυζαντινούς το 961, η ζωή συνεχίζεται στον οχυρωμένο λόφο Καστέλι και η πόλη εξακολουθεί να παίζει το ρόλο της λόγω του λιμανιού της, αν και είναι πιθανή η προσπάθεια μεταφοράς της σε ασφαλέστερο χώρο της ενδοχώρας και συγκεκριμένα στο νέο φρούριο Κάστελος, που κτίζεται κοντά στο Βαρύπετρο. Με την τέταρτη Σταυροφορία, η Κρήτη δίδεται στον Bonifacius Montiferrati Marchio, που την πωλεί στους Βενετούς το 1204. Η εγκατάστασή τους στα Χανιά το 1252 συνοδεύεται από επισκευές των οχυρώσεων για την άμυνα απέναντι στις εξεγέρσεις του τοπικού πληθυσμού. Παράλληλα, η πόλη αναμορφώνεται, διανοίγεται ο κεντρικός δρόμος - το Corso - και μικρότεροι κάθετοι, που συνδέουν την πόλη μέσω των 4 πυλών με το λιμάνι και τους κύριους επαρχιακούς δρόμους. Ανεγείρονται δημόσια κτίρια και οικοδομούνται μέγαρα ευγενών και οι κατοικίες των εποίκων, πάνω σε ερείπια κτισμάτων των προηγούμενων περιόδων. Γύρω από την πόλη κατασκευάζονται οι λιμενικές εγκαταστάσεις, ένας κυκλικός πύργος για την προστασία της εισόδου του λιμανιού και μονές καθολικών ταγμάτων. Πληροφορίες για τη μορφή του οικισμού έχουμε από τις απεικονίσεις χαρτογράφων του 16ου και 17ου αιώνα.

teix4

Καθώς η πόλη ακμάζει και ο τοπικός πληθυσμός αντιμετωπίζει βαθμιαία τη Βενετία ως προστάτη στην επερχόμενη τουρκική απειλή, γύρω από τον οχυρό πυρήνα συγκεντρώνονται διάσπαρτες οικήσεις που μετασχηματίζονται σταδιακά σε συνοικίες, τα “borghi”. Για την προστασία τους αρχίζει από τον 14ο αιώνα η κατασκευή δεύτερου ευρύτερου χαμηλού περιβόλου η οποία συνεχίζεται μέχρι τον 16ο αιώνα. Τη μορφή αυτού του περιβόλου παρουσιάζει μεταγενέστερο σχέδιο toy 1542. Την εποχή αυτή η αυξανόμενη απειλή της τουρκικής επίθεσης για τις βενετικές κτήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο υποχρεώνει τη Βενετία να μεριμνήσει σοβαρά για την ενίσχυση της οχύρωσης των πόλεων και άλλων στρατηγικών σημείων της Κρήτης. Για τον σκοπό αυτό αναθέτει στον Βερονέζο μηχανικό Michele Sanmicheli τον σχεδιασμό και την κατασκευή νέων οχυρώσεων των Χανίων, του Ρεθύμνου, του Ηρακλείου και άλλων τόπων. Οι εργασίες κατασκευής της νέας οχύρωσης των Χανίων αρχίζουν το 1538 και ολοκληρώνονται πριν το τέλος του αιώνα, με αρκετές ατέλειες και ελλείψεις. Το καινούριο τείχος ακολουθεί τις σύγχρονες αμυντικές αρχές του προμαχωνικού συστήματος και έχει σχήμα κανονικού τετράπλευρου παράλληλου προς την παραλία, στο οποίο περιλαμβάνεται και το λιμάνι. Το παλιό οχυρό στο Καστέλι δεν χρησιμοποιείται και σταδιακά λόγω των αυξανόμενων οικιστικών αναγκών στα τείχη και τους πύργους του οικοδομούνται κατοικίες. Ταυτόχρονα γίνονται εργασίες βελτίωσης του λιμανιού, ενίσχυση του λιμενοβραχίονα, και για την εξυπηρέτηση των πλοίων κατασκευάζονται 17 νεώρια. Βελτιώνεται το δίκτυο ύδρευσης με επέκταση του υδραγωγείου και κατασκευή δεξαμενών. Τα Χανιά καταλαμβάνουν τώρα επιφάνεια 40 εκταρίων και ο πληθυσμός τους ανέρχεται σε περίπου 8.000 κατοίκους. Στην πόλη διαμορφώνονται ευθύγραμμοι οι κύριοι δρόμοι και ανεγείρονται πολυάριθμα μέγαρα και λαϊκές κατοικίες. Αρκετά στοιχεία του αστικού ιστού της εποχής αυτής διασώζονται σήμερα.

Ωστόσο η καινούρια οχύρωση δεν αποτρέπει την κατάκτηση της πόλης από τους Τούρκους το 1645, μετά από πολιορκία μόλις δύο μηνών. Οι Τούρκοι διατηρούν την οχύρωση, επισκευάζουν τα ρήγματα στα τείχη και κάνουν μικρές προσθήκες. Ο αστικός ιστός αλλοιώνεται αργά και η λογική της κατοίκησης αλλάζει. Οι Τούρκοι ζουν κυρίως στις ανατολικές συνοικίες (Καστέλι και Σπλάντζα) και οι χριστιανοί κυρίως στις δυτικές (Τοπανά). Δίπλα τους βρίσκεται η μικρή συνοικία των εβραίων. Οι Τούρκοι μετατρέπουν ναούς σε τζαμιά ή κτίζουν νέα, προσθέτουν λουτρά, κρήνες και χάνια. Λόγω της συγκέντρωσης πληθυσμού μέσα στα όρια της οχύρωσης η δόμηση πυκνώνει καταλαμβάνοντας και δημόσιους χώρους. Μόλις στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, καθώς η πόλη με 13.000 κατοίκους (1881) ασφυκτιά μέσα στα τείχη, η τουρκική διοίκηση επιτρέπει κάποιες εγκαταστάσεις εκτός των τειχών, όπως νεκροταφεία, τεκέδες και μικρούς συνοικισμούς. Από τα πρώτα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας (1898) και κυρίως μετά την ένταξη της Κρήτης στο Ελληνικό κράτος (1913) λαμβάνονται μέτρα για την ανάπτυξη της πόλης έξω από τα τείχη και αρχίζει η κατεδάφιση τμημάτων της οχύρωσης για την επικοινωνία της εντός και εκτός αυτής πόλης, αλλά και για την εξασφάλιση χώρων για νέες λειτουργίες. Ευτυχώς ο τρόπος κατασκευής των τειχών και η ανάγκη ιδιαίτερης προσπάθειας για την καθαίρεσή τους συντέλεσε στη διάσωση σημαντικού μέρους του περιβόλου της πόλης. Στις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη έχει καταλάβει 70 εκτάρια και απλώνεται κατά μήκος των παλιών αγροτικών δρόμων, γύρω από τον βενετικό περίβολο. Η επέκτασή της συνεχίζεται τις επόμενες δεκαετίες με ταχείς ρυθμούς. Μέχρι το 1961 η επιφάνειά της έχει μεγεθυνθεί σε 275 εκτάρια και ο πληθυσμός της σε 33.211 κατοίκους. Το 1965 η εντός των τειχών πόλη κηρύσσεται ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Σήμερα με πληθυσμό 72.000 άτομα (1991) η πόλη καταλαμβάνει επιφάνεια 445 εκταρίων.

teix5

πηγή: Walled Town From Division to Co-Division

Κατηγορία Ιστορικά
Σελίδα 1 από 7